2019/06/10

ΕΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΕΙΣ

Την 3η Μαΐου εόρτασε το Ιερό Παρεκκλήσιο της τοπικής Αγίας Ξενίας της Καλαμάτας στην γυναικεία Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού της Μεσσηνιακής πρωτεύουσας.


Με λαμπρότητα και ευλάβεια αρμόζουσα στον ιερό Αγώνα του Αγίου Ματθαίου του Ομολογητού Αρχιεπισκόπου Αθηνών, του Θαυματουργού και Μυροβλύτου εόρτασε τη μνήμη του η Αδελφότητα της Ιεράς Μονής Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης Κερατεας. Η πανηγυρική Θεία Λειτουργία τελέστηκε στην Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευής Μύτικα Χαλκίδας όπου βρήκαν καταφύγιο οι αναγκασθέντες σε εξορία ομολογήτριες Μονάζουσες. Χοροστάτησε ο Πανιερώτατος Πρωθιεράρχης της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας κ.κ. Χρυσόστομος μετά πλειάδα Κληρικών και έψαλλε  ο καλικέλλαδος χορός των Μοναζουσών. Οι πιστοί είχαν την ιδιαίτερη ευλογία να προσκυνήσουν την μυροβλύζουσα αγία κάρα. Τον θείο λόγο κήρυξε καταλλήλως ο Παν/τος Ιερομόναχος π. Βησσαρίων Βάλλιος. Μετά την τέλεση της λιτανείας των ιερών λειψάνων και της εικόνας, οι πιστοί δέχθηκαν την φιλοξενία της Αδελφότητας.



Με σεμνότητα εόρτασε ο Ιερός Ναός των Αγίων Βασιλέων Κωνσταντίνου και Ελένης στην Καλαμάτα. Την Θεία Λειτουργία τέλεσε ο Παν/τος Ιερομόναχος π. Αθανάσιος βοηθούμενος υπό του Ιεροδιακόνου π. Χριστοφόρου.


Κατά τη Δεσποτική εορτή της Αναλήψεως του Κυρίου εόρτασε ο ιστορικός Ιερός Ναός των Γ.Ο.Χ. Τυρνάβου, ένας εκ των παλαιότερων Ναών της Εκκλησίας μας. Ιερούργησε ο π. Χρυσόστομος, ο οποίος προέστη και της λιτανείας της ιεράς εικόνας στην πλησιόχωρη πλατεία, παρουσία αρκετών πιστών.


2019/06/09

ΜΝΗΜΗ ΟΔΥΝΗΣ (29/5/1453)

Η πολιορκία και η Άλωση της Κωνσταντινούπολης




Γεώργιος Φραντζής

Οι δυστυχείς Ρωμαίοι, αφού άκουσαν τα λόγια του αυτοκράτορα, έσφιξαν την καρδιά τους, αγκα­λιάστηκαν και έκλαιγαν όλοι μαζί. Κανένας δεν έφερνε πια στη μνήμη του τα αγαπημένα του παιδιά, τη γυναίκα και την περιουσία του, αλλά ήθε­λαν όλοι να πεθάνουν για τη σωτηρία της πατρίδας τους. Ύστερα γύρισαν στις θέσεις τους για να φυλάξουν τα τείχη της πόλης. Ο αυτοκράτορας πήγε αμέσως στον ιερό ναό της Αγίας Σοφίας, προσευχήθηκε με δάκρυα στα μάτια και κοινώνη­σε των αχράντων μυστηρίων. Το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι εκείνη τη νύχτα. Έπειτα γύρισε στα ανάκτορα και ζήτησε συγγνώμη από όλους. Ποιος μπορεί να περιγράψει αυτήν τη στιγμή τους θρή­νους και τους οδυρμούς που ακούστηκαν τότε στο παλάτι; Κανένας άνθρωπος δε θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος, ακόμα κι αν ήταν από ξύλο ή από πέτρα.

Ύστερα ανεβήκαμε στα άλογά μας, βγήκαμε από τα ανάκτορα και κάναμε επιθεώρηση στα τείχη για να ενθαρρύνουμε τους φρουρούς που κρατούσαν άγρυπνοι τις θέσεις τους. Εκείνη τη νύχτα όλοι βρίσκονταν στα τείχη και τους πύργους, ενώ είχαμε κλείσει προσεκτικά όλες τις πύλες ώστε να μην μπορεί να μπει ή να βγει κανένας. Όταν φτά­σαμε στην Καλιγαρία, την ώρα που λαλούσαν για πρώτη φορά τα κοκόρια, ξεπεζέψαμε και ανεβή­καμε στον πύργο. Από εκεί ακούγαμε φωνές και δυνατό θόρυβο έξω από την πόλη. Οι φύλακες μας είπαν ότι αυτό γινόταν όλη τη νύχτα επειδή οι εχθροί έσερναν τις πολεμικές μηχανές τους κο­ντά στην τάφρο, προετοιμαζόμενοι για την επίθε­ση. Επίσης τα μεγάλα εχθρικά πλοία άρχισαν να κινούνται, προσπαθώντας να φέρουν στην ακτή τις γέφυρες που είχαν κατασκευάσει.

Οι Τούρκοι άρχισαν με μεγάλη σφοδρότητα και ορμή την επί­θεση τη στιγμή που λαλούσαν τα κοκόρια για δεύτερη φορά, χωρίς να δώσουν κανένα σύνθημα, όπως είχαν χάνει και τις προηγούμενες φορές. Ο σουλτάνος διέταξε να επιτεθούν πρώτοι οι λιγότε­ρο έμπειροι, μερικοί ηλικιωμένοι και αρκετοί νέοι, ώστε να μας κουράσουν, και στη συνέχεια να ρι­χτούν εναντίον μας οι πιο έμπειροι και γενναίοι με μεγαλύτερη τόλμη και δύναμη. Έτσι λοιπόν ο πό­λεμος άναψε σαν καμίνι. Οι δικοί μας αντιστέκο­νταν με πείσμα, χτυπούσαν άγρια τους εχθρούς και τους γκρέμιζαν κάτω από τα τείχη, καταστρέ­φοντας συγχρόνως και πολλές από τις πολιορκη­τικές τους μηχανές. Οι νεκροί ήταν πολλοί και από τις δυο πλευρές, ιδίως όμως από το εχθρικό στρα­τόπεδο. Μόλις άρχισαν να σβήνουν τα άστρα του ουρανού καθώς προχωρούσε το φως της μέρας κι εμφανίστηκε στην ανατολή η ροδοδάχτυλη αυγή, όλο το πλήθος του εχθρού παρατάχθηκε σε μια σειρά που έφτανε από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της πόλης.

Ακούστηκαν τότε τα τύμπανα, οι σάλ­πιγγες και τα υπόλοιπα πολεμικά όργανα με φωνές και αλαλαγμούς, ενώ τα κανόνια άρχισαν να ρίχνουν όλα μαζί. Τότε όλοι οι Τούρκοι όρμησαν από ξηρά και από θάλασσα στα τείχη και άρχισαν τη συμπλοκή μαζί μας. Οι πιο θαρραλέοι έστησαν σκάλες, ανέβηκαν πάνω σ' αυτές και έριχναν αδιά­κοπα τα βέλη τους εναντίον των δικών μας. Η φρικτή και αμφίρροπη μάχη κράτησε δύο ώρες και φαινόταν ότι οι χριστιανοί θα έπαιρναν πάλι τη νίκη. Τα πλοία που μετέφεραν τις σκάλες και τις κινητές γέφυρες αποκρούστηκαν από τα παρα­θαλάσσια τείχη και αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω άπρακτα. Οι πολεμικές μηχανές, που έρι­χναν πέτρες από τα τείχη της πόλης, σκότωσαν πολλούς αγαρηνούς. Αλλά και εκείνοι που ήταν στην ξηρά έπαθαν τα ίδια και χειρότερα. Ήταν πολύ παράδοξο θέαμα να βλέπει κανείς τον ήλιο και τον ουρανό σκεπασμένους από ένα σύννεφο σκόνης και καπνού. Οι δικοί μας έκαιγαν τις ε­χθρικές πολεμικές μηχανές με το «υγρό πυρ», γκρέμιζαν τις σκάλες με όσους βρίσκονταν πάνω τους και σκότωναν αυτούς που επιχειρούσαν να ανεβούν στα τείχη με μεγάλες πέτρες, ακόντια, πυροβόλα και τόξα. Όπου έβλεπαν συγκεντρωμένους Τούρκους, τους χτυπούσαν με μεγάλα τηλεβόλα, σκοτώνοντας και πληγώνοντας πολλούς. Οι εχθροί απηύδησαν τόσο πολύ από τη σθεναρή α­ντίσταση που συναντούσαν ώστε θέλησαν να κά­νουν λίγο πίσω για να ξεκουραστούν, αλλά οι τσαούσηδες και οι ραβδούχοι της τουρκικής Αυ­λής τους χτυπούσαν με σιδερένια ραβδιά και βούνευρα για να μην υποχωρήσουν. Ποιος μπο­ρεί να περιγράψει τις κραυγές και τα βογκητά των τραυματιών και στα δύο στρατόπεδα; Ο θόρυβος και οι φωνές τους έφταναν μέχρι τον ουρανό. Με­ρικοί από τους δικούς μας, που έβλεπαν τους ε­χθρούς να υποφέρουν, τους φώναζαν: «Τι κάνετε συνεχώς επιθέσεις, αφού δεν μπορείτε να μας νι­κήσετε;» Εκείνοι τότε, προσπαθώντας να δείξουν τη γενναιότητα τους, ανέβαιναν πάλι στις σκάλες. Οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν στους ώμους των άλλων και οι επόμενοι τους μιμούνταν, για να μπορέσουν να φτάσουν στην κορυφή του τείχους.

Οι σκληρότερες μάχες έγιναν στις πύλες, όπου οι αντίπαλοι συγκρούονταν με τα σπαθιά στα χέρια και οι νεκροί ήταν αμέτρητοι. Όταν η παράταξη μας άρχισε να υποχωρεί, τότε πετάχτηκαν μπρο­στά ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Δημήτριος Καντακουζηνός, δύο γενναίοι άντρες που έτρε­ψαν τους αγαρηνούς σε φυγή, τους γκρέμισαν κά­τω από τα τείχη και τους σκόρπισαν. Συγχρόνως έτρεξαν σε βοήθεια κι άλλοι δικοί μας, ενώ ο αυ­τοκράτορας που βρέθηκε εκεί έφιππος τους ενε­θάρρυνε και τους παρακινούσε να πολεμάνε με σθένος, λέγοντας: «Συμπολεμιστές και αδέρφια μου, σας παρακαλώ στο όνομα του Θεού να κρα­τάτε τη θέση σας με γενναιότητα. Βλέπω ότι το πλήθος των εχθρών άρχισε να κουράζεται και να διασκορπίζεται. Δε μας χτυπούν πλέον με τάξη και σύστημα. Ελπίζω στο Θεό ότι η νίκη είναι δική μας. Να νιώθετε λοιπόν χαρά επειδή το στε­φάνι της νίκης θα είναι δικό μας τόσο στη γη όσο και στον ουρανό. Ο Θεός βρίσκεται στο πλευρό μας και προκαλεί δειλία στους άπιστους».

Τη στιγμή που μιλούσε ο αυτοκράτορας, ο Ιω­άννης Ιουστινιάνης πληγώθηκε από βέλος στο πάνω μέρος του δεξιού του ποδιού. Αυτός ο τόσο έμπειρος πολεμιστής, στον πόλεμο, βλέποντας το αίμα να τρέχει από το σώμα του, έγινε κίτρινος από φόβο. Έχασε αμέσως το θάρρος του, σταμά­τησε να αγωνίζεται και έτρεξε να βρει γιατρό σιω­πηλός, χωρίς να σκέφτεται την ανδρεία και την καρτερικότητα που είχε δείξει μέχρι τότε. Δεν εί­πε όμως τίποτα στους συντρόφους του ούτε άφησε κανέναν αντικαταστάτη, για να μην προκληθεί σύγχυση που θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Οι στρατιώτες του τον αναζήτησαν με το βλέμμα και, μαθαίνοντας ότι είχε φύγει, καταλήφθηκαν από ταραχή και φόβο. Ευτυχώς, ο αυτοκράτορας που βρέθηκε εκεί κατά τύχη, τους είδε ταραγμένους και φοβισμένους σαν τα κυνηγημένα πρόβατα και θέλησε να μάθει την αιτία. Όταν λοιπόν είδε το στρατηγό του Ιουστινιάνη να φεύγει, τον πλη­σίασε και του είπε: «Γιατί το έκανες αυτό, αδερφέ μου; Γύρνα πίσω στη θέση σου. Η πληγή είναι ασήμαντη και η παρουσία σου απαραίτητη. Η πό­λη στηρίζεται σε σένα για να σωθεί». Του είπε και άλλα πολλά, αλλά εκείνος δεν έδωσε απάντηση. Αντίθετα, έφυγε και πήγε στο Πέραν, όπου πέθα­νε ντροπιασμένος από λύπη για την περιφρόνηση των άλλων.

Οι Τούρκοι όμως είδαν την ταραχή των δικών μας και πήραν θάρρος. Ο Σογάν πασάς κέντρισε με κατάλληλα λόγια τη φιλοτιμία των γενιτσάρων και των άλλων στρατιωτών, ενώ ένας γιγαντόσωμος γενίτσαρος (που λεγόταν Χασάν και καταγόταν από το Λουπάδι της Κυζίκου) έβα­λε με το αριστερό χέρι την ασπίδα πάνω από το κεφάλι του, τράβηξε με το δεξί το σπαθί, ανέβηκε στο σημείο του τείχους όπου είχαν αρχίσει να υ­ποχωρούν οι δικοί μας και ρίχτηκε πάνω τους. Τον Χασάν ακολούθησαν περίπου άλλοι 30 Τούρ­κοι που θέλησαν να φανούν εξίσου γενναίοι. Όσοι από τους δικούς μας είχαν απομείνει εκεί έριξαν τεράστιες πέτρες και βέλη εναντίον τους, γκρεμί­ζοντας τους 18 κάτω από τα τείχη, αλλά ο Χασάν κατάφερε να ανεβεί και να τρέψει σε φυγή τους χριστιανούς. Μετά την επιτυχία του, πολλοί άλλοι Τούρκοι βρήκαν την ευκαιρία να τον ακολουθή­σουν και να σκαρφαλώσουν στα τείχη, αφού οι ελάχιστοι δικοί μας δεν κατάφεραν να τους εμπο­δίσουν. Πολέμησαν όμως με θάρρος και σκότωσαν πολλούς. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής ο Χα­σάν χτυπήθηκε από πέτρα και έπεσε κάτω. Μόλις τον είδαν οι δικοί μας πήραν θάρρος και τον λιθοβολούσαν από όλες τις πλευρές. Εκείνος σηκώ­θηκε στα γόνατα και συνέχισε να πολεμά, αλλά το δεξί του χέρι δέχτηκε αμέτρητα τραύματα από βέλη και έπεσε παράλυτο. Στη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκαν και πληγώθηκαν πολλοί Τούρκοι, οι οποίοι μεταφέρθηκαν πίσω στο στρατόπεδο. Το πλήθος όμως εκείνων που είχαν ανεβεί στα τείχη διασκόρπισε τους δικούς μας, που εγκατέλειψαν το εξωτερικό και έτρεξαν μέσα στην πόλη με τόση βία ώστε ο ένας πατούσε τον άλλο. Καθώς συνέ­βαιναν αυτά, ακούστηκαν φωνές από μέσα, από έξω και από το μέρος του λιμανιού: «Έπεσε το φρούριο. Στους πύργους στήθηκαν σημαίες και λάβαρα». Οι φωνές αυτές έτρεψαν σε φυγή τους δικούς μας, ενώ έδωσαν καινούριο θάρρος στους εχθρούς που άρχισαν να ανεβαίνουν στα τείχη άφοβα και με αλαλαγμούς χαράς.

Όταν ο δυστυχισμένος αυτοκράτορας και δε­σπότης μου είδε αυτό το θέαμα, παρακαλούσε το Θεό με δάκρυα στα μάτια και παρακινούσε τους στρατιώτες να φανούν γενναίοι. Δυστυχώς, όμως, δεν υπήρχε πλέον καμιά ελπίδα βοήθειας ή συ­μπαράστασης. Τότε τσίγκλησε το άλογό του, έφτα­σε στο σημείο από όπου οι εχθροί έμπαιναν στην πόλη και ρίχτηκε πάνω τους όπως ο Σαμψών κατά των αλλοφύλων. Στην πρώτη του επίθεση τους γκρέμισε όλους κάτω από τα τείχη, πράγμα που φάνηκε σαν θαύμα σε όσους το είδαν. Μουγκρί­ζοντας σαν λιοντάρι και κρατώντας το σπαθί στο δεξί του χέρι, έσφαξε τόσους πολλούς Τούρκους ώστε το αίμα έτρεχε σαν ποτάμι από τα χέρια και τα πόδια του.

Ο Φραγκίσκος Τολέντο, τον οποίο αναφέραμε παραπάνω, φάνηκε ανώτερος ακόμα και από τον Αχιλλέα. Πολεμώντας στα δεξιά του αυτοκράτορα, κομμάτιαζε τους εχθρούς με δόντια και με νύχια. Το ίδιο έκανε και ο Θεόφιλος Πα­λαιολόγος. Βλέποντας τον αυτοκράτορα να αγω­νίζεται για να σώσει την πόλη που κινδύνευε, φώ­ναξε κλαίγοντας: «Καλύτερα να πεθάνω παρά να ζήσω». Ύστερα όρμησε κραυγάζοντας πάνω στους εχθρούς και σκότωσε ή έτρεψε σε φυγή όσους βρέ­θηκαν μπροστά του. Ο Ιωάννης Δαλμάτης, που βρέθηκε κι αυτός στο ίδιο μέρος, πολεμούσε με ηρωισμό σαν γενναίος στρατιώτης που ήταν. Ό­σοι βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης θαύμασαν την τόλμη και την ανδρεία των εξαιρετικών εκείνων ανδρών. Οι επιθέσεις επαναλήφθηκαν δύο και τρεις φορές, μέχρι που κατάφεραν να τρέψουν τους απίστους σε φυγή, να σκοτώσουν πολλούς και να γκρεμίσουν άλλους κάτω από τα τείχη. Οι στρατιώτες μας πολέμησαν με μεγάλη γενναιότητα και στο τέλος έπεσαν νεκροί, αφού προηγουμένως είχαν προξενήσει τεράστιες απώλειες στους ε­χθρούς. Πολλοί άλλοι σκοτώθηκαν επίσης κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου οι εχθροί είχαν στήσει τη μεγάλη ελέπολη και το φοβερό κανόνι, με τα οποία γκρέμισαν τα τείχη και κατάφεραν να πρωτομπούν στην πόλη. Τη στιγμή εκεί­νη εγώ δε βρισκόμουν κοντά στον αυτοκράτορα και δεσπότη μου, επειδή είχα πάει να επιθεωρήσω ένα άλλο σημείο της πόλης, σύμφωνα με τη διατα­γή του.

Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόλα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγι­ναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του Βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύ­τες από την Κρήτη που πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρ­κους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους. Παρά τις υποσχέσεις του όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους και να φύγουν. Δύο αδέρφια, οι Ιταλοί Παύλος και Τρωίλος, πολέμησαν με γεν­ναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα τους σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδερφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη. Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλά­χιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».

Έτσι οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντι­νούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453, στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχει­ρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν. Ποιος μπορούσε να πε­ριγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών; Το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατού­σαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικό­νες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιε­ρέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντιλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κει­μήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των αγίων και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν. Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου!

Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγίας Σοφίας, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο της δόξας του Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρώνε και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τρά­πεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέ­λες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την άγια εκ­κλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλε­παν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρό­μους οδυρμοί, στις εκκλησίες αντρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φό­νοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέ­τρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δε γλίτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.

Την τρίτη μέρα μετά την άλωση ο σουλτάνος έδωσε εντολή να γίνουν γιορτές και πανηγύρια για τη μεγάλη νίκη, και διέταξε να βγουν έξω ελεύθερα και άφοβα όσοι ήταν κρυμμένοι σε διά­φορα μέρη της Πόλης, μικροί και μεγάλοι. Διέταξε επίσης να γυρίσουν στα σπίτια τους όσοι είχαν φύγει εξαιτίας του πολέμου και να ζήσουν εκεί όπως πριν, σύμφωνα με το δίκαιο και τη θρησκεία τους. Ακόμα, έδωσε διαταγή να εκλέξουν πα­τριάρχη σύμφωνα με τα έθιμα τους. αφού ο προη­γούμενος πατριάρχης είχε πεθάνει. Οι αρχιερείς και οι ελάχιστοι άλλοι κληρικοί και λαϊκοί που έτυχε να βρίσκονται στην πόλη διάλεξαν για το αξίωμα αυτό το Γεώργιο Σχολάριο, που ήταν έ­νας πολύ καλλιεργημένος πολίτης, τον οποίο χει­ροτόνησαν πατριάρχη και τον ονόμασαν Γεννά­διο.

Οι χριστιανοί αυτοκράτορες συνήθιζαν να χαρίζουν στο νέο πατριάρχη μια χρυσή ράβδο στολισμένη με πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια, καθώς και ένα άλογο με πολυτελή βασιλική σέλα και κάλυμμα από άσπρο και χρυσό ύφασμα. Ο πατριάρχης έβγαινε από τα ανάκτορα μαζί με όλα τα μέλη της συγκλήτου και πήγαινε στο πα­τριαρχείο κάτω από τις επευφημίες του πλήθους.

Η χειροτονία του γινόταν από τους αρχιερείς, όπως όριζε η Εκκλησία και ο νόμος. Ο μελλοντικός πατριάρχης έπαιρνε τη ράβδο από τα χέρια του αυτοκράτορα με τον τρόπο που αναφέρουμε στη συνέχεια.

Ο αυτοκράτορας καθόταν στο θρόνο, οι συγκλητικοί στέκονταν γύρω του ασκεπείς και ο μέγας πρωτοπαπάς του παλατιού άρχιζε την τε­λετή με το «Ευλογητός ο Θεός». Ύστερα έλεγε μια σύντομη ευχή και ο μεγάλος δομέστικος έψελνε το «Όπου γαρ βασιλέως παρουσία». Ο λαμπαδάριος και η χορωδία συνέχιζαν με το «Νυν και αεί» και το «Ο βασιλεύς των ουρανών». Όταν τελείωνε και αυτό το τροπάριο, ο αυτοκράτορας σηκωνόταν κρατώντας τη ράβδο στο δεξί του χέρι. Ο υποψή­φιος πατριάρχης πλησίαζε με το μητροπολίτη Καισαρείας στα δεξιά του και το μητροπολίτη Ηράκλειας στα αριστερά, έκανε τρεις μετάνοιες μπροστά σε όλους και μετά πλησίαζε τον αυτοκρά­τορα για να προσκυνήσει, όπως ήταν η συνήθεια. Ο αυτοκράτορας ύψωνε λίγο τη ράβδο και έλεγε: «Η Αγία Τριάς, η την εμήν βασιλείαν δωρησαμένη, προχειρίζεταί σε εις πατριάρχην Νέας Ρώ­μης». Ο νέος πατριάρχης έπαιρνε την εκκλησια­στική εξουσία από τον αυτοκράτορα, τον οποίο ευχαριστούσε, και οι δύο χορωδίες έψελναν τρεις φορές το «Εις πολλά έτη, δέσποτα». Με τον τρόπο αυτό τελείωνε η τελετή. Ύστερα, κρατώντας κηροπήγια με λαμπάδες, ο πατριάρχης κατέβαινε από το διβάμβουλο στο προαύλιο του παλατιού και ανέβαινε στο άλογο το οποίο περίμενε στολισμέ­νο.

Θέλοντας λοιπόν και ο αχρείος σουλτάνος να κάνει, σαν βασιλιάς της Κωνσταντινούπολης, ό,τι έκαναν οι χριστιανοί αυτοκράτορες, προσκά­λεσε τον πατριάρχη να καθίσει, να φάει και να συζητήσει μαζί του. Μόλις εκείνος έφτασε στο παλάτι του, τον δέχτηκε με μεγάλη τιμή, συζήτησε μαζί του πολλή ώρα και του έδωσε αμέτρητες υ­ποσχέσεις. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, ο σουλτά­νος έβγαλε μια πολύτιμη ποιμαντορική ράβδο και τον παρακάλεσε να τη δεχτεί σαν δώρο. Ύστερα, θέλοντας και μη, ο πατριάρχης κατέβηκε μαζί του στην αυλή, όπου τον ανέβασε σε ένα άλογο που περίμενε έτοιμο και έδωσε εντολή στους άρχοντες της Αυλής του να τον συνοδέψουν με όλες τις τιμές. Πραγματικά οι αυλικοί, άλλοι μπροστά και άλλοι πίσω από τον πατριάρχη, τον συνόδε­ψαν μέχρι το σεπτό Αποστολείο, το οποίο είχε παραχωρήσει ο σουλτάνος για πατριαρχείο. Ο ά­θλιος όμως κράτησε τον περίλαμπρο ναό της Α­γίας Σοφίας, το υπέροχο κειμήλιο, τον επίγειο ου­ρανό και θαύμα της ανθρωπότητας, για να τον χρησιμοποιήσει σαν τόπο του δικού του προσκυνήματος. Όπως είπαμε προηγουμένως, ο θαυματουργός ναός των Βλαχερνών είχε πυρποληθεί. Ο πατριάρχης όμως έμεινε λίγο καιρό στο Αποστολείο επειδή σ' εκείνα τα μέρη είχαν απο­μείνει ελάχιστοι χριστιανοί και επιπλέον φοβόταν μήπως του συμβεί κανένα κακό μέσα στην ερημιά, αφού μια μέρα κάποιος αγαρηνός βρέθηκε σκοτω­μένος στο προαύλιο της εκκλησίας. Γι' αυτούς τους λόγους ζήτησε το μοναστήρι της Παμμακάρι­στου, το οποίο του δόθηκε για πατριαρχείο, δεδο­μένου ότι εκεί ζούσαν αρκετοί χριστιανοί. Έδωσε λοιπόν εντολή να μεταφερθούν οι μοναχές στο μοναστήρι του Αγίου Προφήτη και Προδρόμου Ιωάννη που βρισκόταν στα ανάκτορα του Τρού­λου, όπου είχε γίνει η Πενθέκτη Οικουμενική Σύ­νοδος στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού Β' του Ρινοτμήτου. Εκείνη την εποχή ο Τρούλος ήταν ένα λαμπρό παλάτι στο βόρειο μέρος της Παμμακαρίστου.

Ο ασεβέστατος και εξολοθρευτής των χριστιανών σουλτάνος, πονηρός και πανούργος σαν αλεπού, δεν τα έκανε όλα αυτά από ευλάβεια ή από καλοσύνη, αλλά για να ακούσουν οι χριστιανοί τις υποσχέσεις του και να έρθουν να κατοικήσουν στην Κωνσταντινούπολη η οποία είχε ερημωθεί από το μακρόχρονο πόλεμο και προπάντων μετά την κατάληψη της από τους Τούρκους. Πραγματι­κά, μερικοί χριστιανοί ξαναγύρισαν στην πόλη, ενώ μετά από λίγο έφερε και αρκετούς αποίκους (που ονομάζονται σεργούνηδες στα τουρκικά) από τον Καφά της Τραπεζούντας, τη Σινώπη και το Ασπρόκαστρο. Έδωσε επίσης στον πατριάρχη ο­ρισμένα γραπτά διατάγματα με τη σουλτανική σφραγίδα και την υπογραφή του, ούτως ώστε κανένας να μην τον ενοχλεί ή να του φέρνει αντιρρή­σεις. Με τα διατάγματα αυτά ο πατριάρχης θα έμενε για πάντα ανενόχλητος, αφορολόγητος και ασφαλισμένος από κάθε κίνδυνο, τόσο ο ίδιος όσο και οι διάδοχοί του, καθώς και οι υπόλοιποι ιερείς που βρίσκονταν κάτω από την εξουσία του.

Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ - ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ» - Α.Α.ΛΙΒΑΝΗ ΑΘΗΝΑ 1993

2019/06/05

ΘΗΒΑΪΚΗ ΦΩΝΗ - ΤΕΥΧΟΣ 75



ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΟΡΓΑΝΟ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ Γ.Ο.Χ. ΘΗΒΩΝ ΚΑΙ ΛΕΒΑΔΕΙΑΣ

2019/05/27

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ


 ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΕΥΚΟΒΟΥΝΟΓΙΑΤΡΙΣΣΗΣ
ΠΡΟΣ ΑΔΕΛΦΗΝ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν καί τοῦ Ἁγίου μας Πατρός Ματθαίου τοῦ νέου Μυροβλήτου καί Θαυματουργοῦ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν ἐλέησον ἡμᾶς. ΑΜΗΝ.

Θεοτόκε ἡ ἐλπίς πάντων τῶν Χριστιανῶν, σκέπε, φρούρει, φύλαττε τούς ἐλπίζοντας εἰς Σέ. ΑΜΗΝ.

«Φανερά ἐστί, τά τέκνα τοῦ Θεοῦ καί τά τέκνα τοῦ διαβόλου» (Ἰω. Α, 3, 10).


Ανέκδοτη εικόνα μοναχών της Μονής Μεταμορφώσεως που εικόνίζει τον άγιο με τον τίτλο 
"Άγιος Ματθαίος ο Νέος Μυροβλύτης" μόλις λίγες μέρες από την οσιακή κοίμηση του (+ 14 Μαΐου 1950).

Ἀδελφή ποθεινοτάτη, κατά πίστιν ἐκλεκτή τοῦ Θεοῦ καί εὐλαβεστάτη Αἰκατερίνη. Εὐχόμεθα εὐοδοῦσθαι καί ὑγιαίνειν ψυχῆ τε καί σώματι. Δόξα τῶ Ἁγίῳ Θεῶ ἡμῶν ἐν πρώτοις τόν καταξιώσαντα - δι’ ἀκαταπαύστων ἱκεσιῶν τῆς Πανάγνου Θεομήτορος Παμμακαρίστου Μαρίας τῆς Ἀειπαρθένου καί τῶν πρεσβειῶν τοῦ Μακαριωτάτου Πατρός ἡμῶν ΜΑΤΘΑΙΟΥ τοῦ νέου Μυροβλύτου καί Θαυματουργοῦ - ἡμᾶς τούς ἀχρείους δούλους Του, ἐν μοναχοῖς καί ἀνθρώποις ἐσχάτους, νά σᾶς χαιρετίσωμεν καί πάλιν πνευματικῶς καί ἐγκαρδίως, γράφοντες ἀδελφικῶς πρός τήν ὑμετέραν ἀγάπην.

Αὐτός «ὁ Θεός τῶν δυνάμεων καί πάσης σαρκός, ὁ ἐν Ὑψίστοις οἰκῶν καί τά ταπεινά ἐφορῶν, καρδίας τε καί νεφρούς ὁ ἐτάζων καί τά κρυπτά τῶν ἀνθρώπων σαφῶς ἐπιστάμενος», διά τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης καί διά λόγων καί παραδειγμάτων ἐδίδαξεν, ὅτι ἡ εὐλάβεια καί ἡ περιποίησις καί ἡ πρός τούς ἐναρέτους καί ἁγίους ἀνθρώπους τιμή, εἶναι ἔργον θεῖον, εἶναι νομοθεσία κοινή εἰς πάντας καί παραγγελία ἀναγκαία καί λίαν θεάρεστος πράξις. Ἀπεναντίας ἡ ἐξουδένωσις, ἡ καταφρόνησις, ἡ ἀνευλάβεια, ἡ κατάκρισις, ἡ δι’ ἔργου ἤ διά λόγου ἤ δι’ ἄλλου ὁποιουδήποτε τρόπου περιφρόνησις τῶν δούλων τοῦ Ὑψίστου ἐναρέτων ἀνθρώπων ἐν γένει καί ἰδιαίτατα τῶν Ἱερωμένων Ποιμένων καί Διδασκάλων, οἵτινες συνεργοῦσιν καί κοπιῶσιν ὑπέρ τῆς κοινῆς τῶν πιστῶν ώφελείας, ὡς ποδηγέται τῆς θεοσεβείας, ὀργήν θεήλατον, ἀφανισμόν καί ἐξολόθρευσιν ἀνείκαστον, ταχέως ἐπιφέρει κατά τό ρηθέν: «Ὁ ἁπτόμενος ὑμῶν (τῶν Ἁγίων) ὡς ὁ ἀπτόμενος τῆς κόρης τοῦ ὀφθαλμοῦ αὐτοῦ» (Ζαχ. β,8).

 Τοῦτο καί διά πραγμάτων ἐβεβαίωσεν ὁ Θεός. Τήν ἀδελφήν τοῦ Θεόπτου Μωϋσέως Μαριάμ ἐλέπρωσε, τοῦ Βασιλέως Ἱεροβοάμ τήν παμβέβηλον χεῖρα ἐξήρανε (Γ΄ Βασιλ. ιγ,4), τά μικρά παιδάρια ἐν Βαιθήλ ἅτινα περιέπαιζον τόν Προφήτην Ἐλισσαῖον παρέδωσε τοῖς ἄρκτοις τοῦ δρυμοῦ εἰς κατάβρωμα (Α΄ Βασιλ. β,24), τόν Ἀνανίαν καί τήν Σαπφείραν ἐθανάτωσε αὐθωρεί (Πράξ. ε,5), τόν μάγον Ἐλύμαν παραχρῆμα ἐτύφλωσε (Πράξ, ιγ, 11) καί μέ ἄλλα σημεῖα καί τέρατα ἐξαίσια ἐπάταξε τούς ἀσεβεῖς καί καταφρονητάς τῶν Ἁγίων Του ὡς γέγραπται: «Μή ἅπτεσθε τῶν χριστῶν μου καί ἐν τοῖς Προφήταις μου μή πονηρεύεσθε» (Ψαλμ. ρδ,15).

Εἶναι πανθομολουμένως οἱ Ἅγιοι ἄνθρωποι θεοπροστάτευτοι καί τοποτηρηταί καί ἐπίτροποι Αὐτοῦ ἐπί τῆς γῆς, Ὅστις ἔδωκεν αὐτοῖς τήν ἐξουσίαν τοῦ θείου αὐτοῦ κράτους, ὥστε πάντα τά κτίσματα ὑλικά καί αἰσθητά - ἀλλά καί τά ἄϋλα καί νοερά - εὐλαβοῦνται, ὑποτάσσονται, ὑπηρετοῦν καί ὑπακούουν εἰς τούς Ἁγίους ἀπαρεγκλίτως: «Οἱ πεποιθότες ἐπί Κύριον ἐχθροῖς φοβεροί καί πᾶσι θαυμαστικοί». Καθότι οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ δεικνύουν τήν θείαν εὐγένειαν μέ τήν ὁποίαν ἐπλάσθη ὁ ἄνθρωπος «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν» ὑπό τοῦ Δεσπότου τῶν ἀπάντων.

Οἱ Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ εἶναι σάλπιγγες τοῦ ἐν Σινᾶ νόμου καί τοῦ ἐν Ἱερουσαλήμ Εὐαγγελίου καί ἐν γένει τῶν θείων καί ἀρρήτων τοῦ Θεοῦ μυστηρίων εἰς σωτηρίαν ἡμῶν. Εἶναι τῆς ἀρετῆς οἱ ἐργάται ὑπό τῶν μεγίστων δωρεῶν τοῦ Θεοῦ ἔμπλεοι καί ἑνί λόγῳ οἱ Ἀρχιστράτηγοι τοῦ Ὑψίστου διά τῶν ὁποίων πολεμεῖται ἡ ἁμαρτία. Εἶναι τά ἐκλεκτά Αὐτοῦ ὄργανα διά τῶν ὁποίων ὁ πιστός στηρίζεται εἰς τήν ἀρετήν. «Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῆ γῆ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος, πάντα τά θελήματα αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς» (Ψαλμ. ιε, 3). Εἶναι ἐπίγειοι Ἄγγελοι καί οὐράνιοι ἄνθρωποι, φωστῆρες παμφαέστατοι τῆς ἄνω Βασιλείας, ὡς καί κατοικητήρια τῆς Ἁγίας Τριάδος (Ἰω. ιδ, 23), διότι ἀγαπῶσι τόν Θεόν ἐξ’ ὅλης τῆς ψυχῆς καί καρδίας καί ἰσχύος καί διανοίας κατά τόν Κυριακόν λόγιον (Μάρκ. ιβ, 30). Ἑπομένως ὅστις τιμᾶ αὐτούς, τιμᾶ τόν ἐν αὐτοῖς ἐνοικοῦντα Θεόν, ὅστις δέ περιφρονεῖ αὐτούς, περιφρονεῖ τόν Θεόν τόν κατοικοῦντα ἐν αὐτοῖς (Λουκ. ι, 16), ὡς μᾶς διδάσκει ἡ Θεία Γραφή καί οἱ Θεοφόροι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας.

 Ἐπιχειροῦμεν κατ’ ἀκολουθίαν καί ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι, πανευλαβῶς καί προσηκόντως ἐκ καθήκοντος ὑπερτάτου καί πατροπαραδότου νά ἀπονείμωμεν τόν δίκαιον σεβασμόν καί τήν τιμήν πρός τόν Μακαριώτατον Πνευματικόν ἡμῶν Πατέρα καί Ποιμενάρχην ΜΑΤΘΑΙΟΝ, τόν νέον Μυροβλύτην καί θαυματουργόν, δι’ αἰώνιον μνημόσυνον καί ὡς πανυπέρτιμον ἀπολογίαν πρός τούς ἀθέους καί ὑπερηφάνους ἁγιοκατηγόρους. Ἀναφωνοῦμεν λοιπόν, μετά τοῦ θεοκήρυκος Ἀποστόλου Παύλου: «’Αδελφοί, γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῆ Πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε» (Α΄ Κορ. ιστ, 13). Διότι ἀπετόλμησαν «χείλη δόλια» ἀπατεώνων καί θνητοψύχων λυμεώνων τῆς εὐσεβείας, ἐκ συστήματος σκανδαλοποιῶν, νά λαλήσωσιν ἀνομίας κατά τοῦ δικαίου καί Πατρός Πατέρων παναοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυροῦ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, εἰς τάς ἀκοάς τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων καί πιστῶν Χριστιανῶν (ὅτι δυσωδίασεν καί διελύθη ἤ ὅτι ἀνεκομίσθη εἰς κατάστασιν ἀφωρισμένου καί ὅσας ἄλλας βλασφημίας ἐξερεύγονται τοῦ ψεύδους τά ταμεῖα).

Πιστεύομεν τῆ καρδία καί ὁμολογοῦμεν τῶ στόματι ἡμεῖς οἱ ταλαίπωροι καί ἐλάχιστοι, εὑρισκόμενοι εἰς τήν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος, (τόν πρόσκαιρον τοῦτον βίον) ὅτι: Τό πολυτιμώτατον, ἠδύπνοον καί λίαν ἀρωματισμένον ἐκ πάσης ἀπόψεως ρόδον, ὁ μέγας καί οὐρανόφρων ΜΑΤΘΑΙΟΣ, εἶναι τῶν Ἀποστόλων ὁμότροπος καί ὁμόθρονος, τῶν Μαρτύρων καί Ὁμολογητῶν ἰσοστάσιος, ἡ δόξα καί τό κλέος τῶν Ἀρχιερέων, τό σεμνολόγημα τῶν Ἀσκητῶν, ὁ καθαιρέτης καί ἀναιρέτης τῆς ἀθέου Νεοημερολογιτικῆς πλάνης, ὁ ὑπέρμαχος καί φύλαξ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ πολύαθλος καί μυρίαθλος Ὁμολογητής, ὁ παμμέγιστος στρατηγός καί τροπαιοφόρος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὁ θεόφρων καί θεηγόρος, ὁ θεόπτης καί θεόληπτος, ὁ πανευκλεής καί πανόλβιος, ὁ θεομακάριστος καί θεοστήρικτος, ὁ θεόπνευστος καί θεόσοφος, ὁ θεοφόρος καί φωτοφόρος Ἱεράρχης εἰς τάς ἐσχάτας αὐτάς ἡμέρας τοῦ 8ου αἰῶνος τοῦ ἀπατεῶνος! Τό ὄνομά του τό ἅγιον κατεγράφη εἰς τό πλάτος τῆς καρδίας μας, ἵνα καί τήν γλῶσσαν ἡμῶν ποιήση θαυματουργικῶς ὁ πανσεβάσμιος καί πανθαύμαστος Πατήρ ἡμῶν «κάλαμον γραμματέως ὀξυγράφου», ὅπως διακηρύξωμεν εἰς τῆς οἰκουμένης τά πέρατα, ὅτι αὐτός μόνος ὁ ἀπλανής φωστήρ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ὁ ἀξιοΰμνητος, ὁ συμπολίτης καί σύσκηνος τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων, ἔσωσεν ἡμᾶς ἐκ τῆς σκοτίας καί κρημνοῦ τῶν αἱρέσεων.

 Οὗτος ἀνεδείχθη γενάρχης τῆς εὐσεβείας, παιδιόθεν ἀφιερωθείς εἰς τόν Θεόν, ὡς σκεῦος τίμιον καί δοχεῖον τοῦ Παναγίου Πνεύματος καί τήν Ἀρχιερωσύνην θεία ψήφῳ ἔλαβεν. Ἐπειδή ὁ Δημητριάδος Γερμανός, ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος καί ὁ Ζακύνθου Χρυσόστομος, τῆ θεία φωνῆ τοῦ χριστωνύμου Κλήρου καί λαοῦ ἐχειροτόνησαν τόν θεῖον Ματθαῖον Ἐπίσκοπον Βρεσθένης κατά τό φαινόμενον, ὁ δέ Θεός κατά τό νοούμενον.

Ὁ θεοκήρυξ ΜΑΤΘΑΙΟΣ μέ τήν ζωοποιόν νέκρωσιν τῆς σαρκός καί τό θεοειδές πρόσωπον, προκινδυνεύων ἕως αὐτοθανάτου εἰς τόν ὑπέρ πάντων Ἱερόν ἡμῶν Ἀγῶνα, ἀποτελεῖ τό καύχημα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς τρισηλίου Θεότητος τό ἐθελόθυτον θῦμα, ἐν νηστείᾳ, ἀγρυπνίᾳ καί προσευχῆ τό ἀθλοφόρον καί σεπτόν αὐτοῦ σῶμα ἀναλώσας. Τόν μυρίολβον τοῦτον θησαυρόν, ἤγουν τό ἅγιόν του λείψανον, τό ἤδη συγκεκαλυμμένον ἐν τῆ γῆ, «δι’ ἀποκρύφους λόγους», Αὐτός ὁ Θεός μόνος θέλει ἀποκαλύψει ὑπερλάμποντα καί ἀποθεωμένον μέ τάς θείας Αὐτοῦ χάριτας, ὅταν προστάξη.

Ὡς ἐλλόγιμος δέ καί τοῦ διδάσκειν ἔμπειρος, μέ τούς στεφάνους τῆς μακαρίας ὑποταγῆς τούς πολυτιμήτους ἐστολισμένος, ἐξέχεεν ἀφθόνως καί ἀόκνως ποταμούς ὕδατος ζῶντος τῶν Ἀγγελικῶν μαθημάτων τῆς οὐρανίου ἐπιστήμης μέ τά μελισταγῆ ρεῖθρα τῆς διδασκαλίας του, ὁ ἐν ἀρετῆ διαβεβοημένος καί θεόκλητος Ποιμενάρχης ἡμῶν, ἀποδείξας ἔργῳ καί λόγῳ, ὅτι ἡ πίστις ἡμῶν εἶναι θεοδίδακτος, θεοπαράδοτος καί θεοπολυπλασίαστος.

Δέν ἔκλεισε ποτέ τό εὔλαλον ἐκεῖνο στόμα εἰς τούς θέλοντας ἐν ἀληθείᾳ σωθῆναι, τό ὁποῖον Πνευματοκινήτως ἀνεβλάστησε τά Πατρῶα Δόγματα τῆς υἱοθεσίας καί τό φρύαγμα τῶν νεοφανῶν θεομάχων ἠδάφισε ἐπί τῆς πέτρας τῆς ἐνθέου ἡμῶν Πίστεως. Κατά μείζονα λόγον νέον Μυροβλήτην παρευθύς τοῦτον καθομολογοῦμεν, ἐπειδή εἴδομεν μέ τούς ὀφθαλμούς μας καί ἐψηλαφίσαν αἱ χεῖρες ἡμῶν τό σημεῖον τοῦτο εἰς τό ἅγιον αὐτοῦ σκῆνος, τό ὁποῖον ἀναμφιβόλως προσκυνήσαντες «ἐλάβομεν χάριν ἀντί χάριτος». (Ἰω. α, 16). Διόπερ πάντων τῶν Ἁγίων τό πλήρωμα αὐτόν γνωρίζομεν, ὁδηγούμενοι ὑπό τῶν θεοσδότων Γραφῶν καί προδήλως ἑπόμενοι τῶν Ἀποστολικῶν καί Πατρικῶν Παραδόσεων. Καί μή εἴπη τις, (ἀπατώμενος ἐκ τοῦ ἐχθροῦ ἅμα καί ἀνθρωποκτόνου διαβόλου), ὅτι ἡμεῖς οἱ οὐτιδανοί καί ἀνάξιοι καί πάσης ἀρετῆς ἔρημοι ἁγιοποιοῦμεν αὐθορμήτως ἤ αὐθαιρέτως τόν μέγαν Ἀρχιποίμενα καί ἀείμνηστον τῶν Ἀθηνῶν Πρόεδρον Μακαριώτατον Ματθαῖον ἤ ὅτι μέ οὐρανομήκεις ἐπαίνους πλέκομεν ἐγκώμια καί τιμῶμεν τήν μνήμην αὐτοῦ, γράφοντες τάς γραμμάς ταύτας παρά τά διατεταγμένα! Μή γένοιτο!

  Τῆ ἀληθεία ὁ Θεός ἀντιδοξάζει τούς δοξάζοντας Αὐτόν εἰς τόν κόσμον τοῦτον, μέ τό φῶς τῶν ἀρετῶν καί τῶν καλῶν ἔργων θαυμασιώτατα. «Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ» (Ψαλμ. ξζ 36). Ἐφόσον μάλιστα «νόμοι καί Προφῆται» εἰς τόν χορόν τῶν Ἁγίων Πάντων κατατάσσουσι τόν θεῖον μυστολέκτην ΜΑΤΘΑΙΟΝ καί ἑορτάζεται «μέ τούς προστεθέντας καί προστιθεμένους Δικαίους, Προφήτας, Ἀποστόλους, Μάρτυρας, Ὁμολογητάς, Ποιμένας, Διδασκάλους καί Ὁσίους ὁμοῦ», τό δέ Ἅγιον Λείψανόν του ἀπέβη ἔνθεον φυλακτήριον ἡμῶν, ὡς καί θαῦμα τῶ θαύματι ἐπακολουθεῖ ἀφότου αὐτόν ἐγνωρίσαμεν, πῶς πρέπει ν’ ἀκούσωμεν ἐκείνους ὅπου διδάσκουν μάταια καί ψευδῆ, ὅλως διόλου ἐνάντια τῆς ἀληθείας;

Ἱστορήσαμεν ὡσαύτως τήν ἱεράν του εἰκόνα μέ τόν φωτοστέφανον τῆς αἴγλης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς Θεοῦ κατοικητήριον τοῦτον ὄντα ἀναντιρρήτως καί πεπληρωμένον καθολοκληρίαν ὑπό τῶν δωρεῶν τῆς θείας Χάριτος. Σημειωτέον διά τούς τυχόν ὡς ἀκριβολόγους καί κανονολόγους ἐπαιρομένους, ὅτι ἄλλοτε οἱ ἐλέῳ Θεοῦ Αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου παριστάνοντο εἰς τάς προσωπογραφίας των (καίπερ κοινοί θνητοί) ἐντός φωτοστεφάνου, τιμῆς ἕνεκεν. Πόσης τιμῆς καί εὐλαβείας εἶναι ἄξιος ὁ οὐρανόθεν τήν χάριν δεδεγμένος ΜΑΤΘΑΙΟΣ, ὁ ἀξιοθαύμαστος καί ἀξιάγαστος, τοῦ ὁποίου τάς ἀρετάς καί τά ἔνθεα κατορθώματα ἀποθαυμάζουν καί ἀνομολογοῦν καί αὐτοί οἱ ἐχθροί τῆς Πίστεως, κατά τόν Θεολόγον Γρηγόριον τόν λέγοντα, «οἶδε καί πολέμιος ἀνδρός ἀρετήν θαυμάζειν»;

Δέν κάμνομεν βεβαίως κανένα πρᾶγμα ἔξω ἀπό τήν Παράδοσιν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καί τῶν Θεοφόρων Πατέρων μας. Καθόσον ἡ τιμή αὕτη πρός τόν Ἁγιώτατον ΜΑΤΘΑΙΟΝ, κατά τούς Πατερικούς λόγους, ἀναφέρεται εἰς τό πρωτότυπον, δηλαδή τόν Χριστόν, ὡς ψάλλομεν: «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε». Καί ὁ Ἅγιος ἡμῶν Πατήρ ΜΑΤΘΑΙΟΣ ὑπῆρξεν ἐπί πλέον τύπος Χριστοῦ, εἰς πρᾶξιν, λόγον καί θεωρίαν, ἐκατώρθωσε πᾶσαν ἀρετήν καί ἐδοξάσθη διά τῶν ἐπακολουθούντων θαυμάτων καί θά δοξάζεται. Διότι ὑπάρχει ἐν Χριστῶ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατά τάς μέχρι τοῦδε ἱεράς μαρτυρίας καί ἡγίασε μέ τά ἰδικά του μέλη τό θεῖον ὄνομα, τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα.


ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ

Εργασία καθηγητή κ. Αντωνίου Μάρκου

Ἁγιασμός μέ τό νεκρό του χέρι! (1950) Μετά τήν κοίμηση τοῦ ἁγ. Ματθαίου καί τήν μεταφορά τοῦ σκηνώματός του στήν Ἱ. Μ. Παναγίας, τελέστηκε Ἁγιασμός, ὁ ὁποῖος εὐλογήθηκε μέ τό νεκρό του χέρι! Ὁ Ἁγιασμός αὐτός παραμένει μέχρι σήμερα ἄσηπτος, 60 χρόνια μετά τήν ὁσιακή του κοίμηση, σάν νά εὐλογήθηκε τήν προηγουμένη ἡμέρα! Ποσότητες αὐτοῦ τοῦ Ἁγιασμοῦ βρίσκονται στήν κατοχή διαφόρων κληρικῶν καί ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, διατίθενται σέ ἀσθενεῖς πού εὐεργετοῦνται ἀπό τόν Θεό, δι’ εὐχῶν τοῦ ἁγ. Ματθαίου.

Ἡ μυροβλυσία τοῦ Λειψάνου του (1950) Τό γεγονός τῆς μυροβλυσίας τοῦ Λειψάνου τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου, ἐνῶ ἀποτελεῖ γεγονός βεβαιομένο καί μαρτυρημένο, ἐν τούτοις πολεμήθηκε καί πολεμεῖται μέχρι σήμερα. Τό γεγονός τότε ἀμφισβητήθηκε καί πολεμήθηκε ἀπό τούς Φλωρινικούς (ἀπό τούς ὁποίους καί σήμερα πολεμεῖται), ἀλλά καί ἀπό τούς ψευδομάρτυρες πού χρησιμοποιήθηκαν κατά τήν δίκη τῆς μακαριστῆς Γεροντίσσης Μαριάμ τό 1950, μέ ἀφορμή τά δῆθεν σκάνδαλα τῆς Μονῆς Παναγίας πού ἀποκαλύφθηκαν.
Σέ δημοσίευμα τῆς Ἀθηναϊκῆς ἐφημερίδος «Ἐλευθερία» (φ. Κυριακῆς 19.11.1950), γράφονται τά ἀκόλουθα: «Ἡ Ἡγουμένη Μαριάμ μετά τόν θάνατο τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου Καρπαθάκη, διέδωσε ἐπίτηδες ὅτι τό πτῶμα του «μυρόβλησε»! Διά τοῦ τρόπου αὐτοῦ προσέλκυσαν ἑκατοντάδες ἁπλοϊκούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔπσυσαν ἐκεῖ ἀπό πολλά μέρη τῆς Ἑλλάδος, γιά νά δοῦν τό θαῦμα τοῦ ἁγ. Ματθαίου, τοῦ ὁποίου τό πτῶμα ἔβγαζε δῆθεν μῦρο. Στήν πραγματικότητα ὅμως ἡ πονηρή Ἡγουμένη, εἶχε ραντίσει τό πτῶμα του μέ ἄρωμα, γιά νά παραπλανήσει τούς εὐσεβεῖς καί νά δημιουργήσει θρύλο πέριξ τοῦ ὀνόματος τοῦ Ματθαίου».
Τί ὅμως ἀκριβῶς συνέβη καί πότε; Μετά τήν ὁσιακή του κοίμηση, τό Λείψανο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου, ἐνδεδυμένο τά ἀρχιερατικά ἄμφια καί εὐπρεπισμένο σέ θρόνο/πολυθρόνα, ἐκτέθηκε σέ τριήμερο λαϊκό προσκύνημα, στό Δεσποτικό τῆς Μονῆς Παναγίας. Τήν Τρίτη ἡμέρα καί πρίν τήν ἔναρξη τῆς ἐξοδίου Ἀκολουθίας, τό Λείψανο – τό ὁποῖο δέν παρουσίαζε κανένα σημεῖο φθορᾶς καί ἀποσυνθέσεως, ἀκόμη καί τήν φυσιολογική νεκρική ἀκαμψία - ἵδρωσε ἀπό κεφαλῆς μέχρι ποδῶν! Στό μέτωπο καί τούς κροτάφους τοῦ Ἁγίου Πατρός ἐμφανίστηκαν θρόμβοι ὑδρώτος! Τό ἴδιο συνέβη ἐσωτερικῶς τῶν ἀμφίων στό σῶμα του, σέ σημεῖο νά γεμίσουν τά παπούτσια του!
Οἱ μάρτυρες τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἦσαν ἑκατοντάδες, ὑπῆρξε μάλιστα καί σχετική δημοσίευση στόν «Κήρυκα Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξων». Ὁ γράφων - πέραν τῆς μαρτυρίας παλαιῶν μοναζουσῶν τῆς Μονῆς Παναγίας, οἱ ὁποίες μέ ἀξιόλογη διαφορά χρόνου βεβαίωσαν τό γεγονός – ἀλλά καί λαϊκῶν (ὅπως ἀγωνιστῶν Ὀρθοδόξων τῆς Κρήτης), κατέχει καί τήν μαρτυρία τριῶν κεκοιμημένων ἤδη Κληρικῶν, τῶν Ἐπισκόπων Τρίκκης καί Σταγῶν Βησσαρίωνος καί Κρήτης Εὐμενίου καί τοῦ Ἱερομονάχου Θωμᾶ Γκαραγκούνη, αὐτοπτῶν μαρτύρων τοῦ γεγονότος. (Ὁ μακαριστός Ἐπίσκοπος Βησσαρίων, τότε Ἱερομόναχος Βασίλειος, διακρίνεται στίς φωτογραφίες πού ἔχουν διασωθεῖ νά σηκώνει μαζί μέ ἄλλους Κληρικούς τήν πολυθρόνα μέ τό Λείψανο τοῦ κεκοιμημένου Ἀρχιεπισκόπου. Στήν ἴδια φωτογραφία δύο χέρια προσπαθοῦν νά συγκρατήσουν τήν κεφαλή του, ἡ ὁποία «πέφτει» πρός τά ἐμπρός, ἐπειδή δέν ὑπῆρχε νεκρική ἀκαμψία! Ὁ δέ Ἐπίσκοπος Εὐμένιος, τότε Ἱερομόναχος, «ἄγγιξε» τό σημεῖο, μαζί μέ τήν κατά σάρκα ἀνηψιά τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου μοναχή Συγκλητική, ἡ ὁποία στεκόταν δίπλα του).
Ὅλοι οἱ αὐτόπτες μάρτυρες περιέγραψαν στόν γράφοντα τόν γεγονός ὅπως ἀκολουθεῖ: Τό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου Πατρός ἵδρωσε κατά τήν τρίτη ἡμέρα. Θρόμβοι ἰδρῶτα ἐμφανίσθηκαν στό μέτωπο καί τούς κροτάφους καί ἄρχισαν νά κυλοῦν πρός τά κάτω. Σύντομα διαπιστώθηκε, ὅτι εἶχε ἰδρώσει ὅλο του τό σῶμα καί εἶχαν γεμίσει τά παπούτσια του! Ἀμέσως οἱ παριστάμενοι ἀρχίσαν νά μαζεύουν τό ἐκχεόμενο μύρο μέ ὅ,τι μπορούσαν (οἱ περισσότεροι μέ τά μαντήλια τους, κάποιοι κληρικοί μέ τά ἄμφιά τους, μοναχοί καί μοναχές μέ τά ράσα τους). Κατά τήν ἐκφορά, ὅπου ἔσταζε τό μύρο, οἱ πιστοί ἔσπευδαν νά μαζέψουν τό χῶμα! Ἀμέσως ἀποδείχθηκε, ὅτι τό μῦρο εἶχε θεραπευτικές ἰδιότητες (ἡ μ. Πατρικία πού εἶχε πρόβλημα στό μάτι της, μόλις σταυρώθηκε μέ αὐτό θεραπεύθηκε!).
Παρόμοιο περιστατικό μεταθανάτιας ἐφυδρώσεως μαρτυρεῖται στό Βίο τῆς μεγάλης Ἁγίας τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν, ὁσ. Ἑλένης τοῦ Καυκάσου (+ 1977). Στήν περιοχή τοῦ Βατούμ, ὅπου ὑπῆρχαν πολλά καί ἀκμάζοντα μοναστήρια, κοιμήθηκε στά μέσα τοῦ 19ου αἰ. ἕνας ἐνάρετος Ἐπίσκοπος, τοῦ ὁποίου – δυστυχῶς - τά στοιχεῖα δέν ἔχουν διασωθεῖ.Κατά τήν ὥρα τῆς κηδείας τό μέτωπο τοῦ κεκοιμημένου Ἀρχιερέως ἵδρωσε καί ἔτρεξε ἄφθονος ἰδρῶτας, τόν ὁποῖο μέ εὐλάβεια συγκέντρωσαν οἱ παριστάμενοι πιστοί. Αὐτό τό ἰδιότυπο ἁγίασμα/μύρο ἡ ὁσ. Ἑλένη τό εἶχε λάβει ὡς εὐλογία ἀπό τήν οἰκογένειά της. Ἔμεινε στά χέρια της 75 χρόνια καί ἐπετέλεσε πολλές θεραπείες καί θαύματα.
Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά διευκρινισθεῖ, ὅτι στήν ἐκκλησιαστική γλῶσσα ἡ λέξις «μῦρο», δέν σημαίνει ἀπαραιτήτως ἄρωμα, ἀλλά ὑγρό (στά Λατινικά sanctus liquor – oleum – θεῖο μῦρο ἤ ὑγρό). Λ.χ. κατά τήν ἀνακομιδή τῶν ἱερῶν Λειψάνων τοῦ ἁγ. Νικολάου Ἀρχιεπισκόπου Μύρων τό 1953 (ὁ τάφος του στή Ρωμαιοκαθολική Βασιλική τοῦ Μπάρι ἀνοίχθηκε ἀναγκαστικά, κατά τήν διάρκεια ἀναστηλωτικῶν ἐργασιῶν στό ναό, τήν νύκτα τῆς 5ης πρός 6η Μαϊου 1953), τά Λείψανα μέσα στή λάρνακα βρέθηκαν μέσα σέ ἕνα διαυγές, ἄχρωμο καί ἄοσμο ὑγρό, τό ὁποῖο εἶχε βάθος τρία περίπου ἑκατοστά! Ἡ ἐξέταση τοῦ ὑγροῦ αὐτοῦ ἀπό τά Ἰνστιτοῦτα Χημείας καί Ὑγιεινῆς τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Μπάρι ἀπέδειξε, ὅτι ἐπρόκειτο γιά καθαρό νερό, ἐλεύθερο ἀπό ἅλατα καί στεῖρο ἀπό μικροοργανισμούς!!! Ἡ ἔρευνα ἀπέδειξε ἀκόμη, ὅτι τό ὑγρό προήρχετο ἀπό τίς μυελοκυψέλες τῶν σπογγωδῶν ὀστῶν!!!
Οἱ διαπιστώσεις αὐτές ἀποτελοῦν τήν ἐπιστημονική ἐπιβεβαίωση τῆς μυροβλυσίας τῶν Λειψάνων τοῦ ἁγ. Νικολάου. Τό γεγονός αὐτό δέν ἔγινε βεβαίως γνωστό στούς Δυτικούς τό 1953. Λατινικά κείμενα τοῦ 11ου καί 12ου αἰ. μαρτυροῦν ὅτι οἱ Βαριανοί ναῦτες, ὅταν παραβίασαν τήν λάρνακα τοῦ Ἁγίου στά Μῦρα, βρῆκαν τά Ἱερά Λείψανα μέσα σέ «θεῖο μῦρο ἤ ὑγρό» (sanctus liquor – oleum). Ἀκόμη, ἡ συνέχεια καί στό Μπάρι τοῦ ἐξαισίου αὐτοῦ θαύματος, ἀποδεικνύεται ἀφ’ ἑνός μέν ἀπό τήν κοινή παράδοση τῶν Παπικῶν, ἀφ’ ἑτέρου δέ ἀπό τήν ὕπαρξη τεσσάρων ὀπῶν (στή λάρνακα καί τίς τρεῖς πλάκες πού τήν κάλυπταν), ἀπ’ ὅπου μέ τήν βοήθεια ράβδου καί βάμβακος ἤ ὑφάσματος, ἦταν δυνατή ἡ ἐξαγωγή τοῦ μύρου, τό ὁποῖο ἀπ’ ἀρχῆς καί μέχρι σήμερα ὀνομάζεται «Μάννα – Manna». (Ἀντ. Μάρκου, "Περί τῶν Λειψάνων τοῦ ἁγ. Νικολάου Ἀρχιεπισκόπου Μύρων", 1994· Ἔκδοσις Κέντρου Παραδοσιακῶν Ὀρθοδόξων Σπουδῶν Ἔτνας Καλιφορνίας· στήν Ἀγγλική).

Ἐμφάνισις σέ πολιτική κρατούμενη (1950) Κατά τόν μεγάλο διωγμό κατά τῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου τοῦ 1950 (ὁ ὁποῖος προκλήθηκε ἀπό τά δῆθεν σκάνδαλα πού ἀποκαλύφθηκαν στήν Ἱ. Μ. Παναγίας), ὁ ἀρχιμ. Κάλλιστος κρατοῦνταν στό Τμῆμα Μεταγωγῶν Καλιθέας, μαζί μέ τόν Ἐπίσκοπο Πατρῶν Ἀνδρέα καί μοναχές τῆς Μονῆς. Στό ἴδιο Τμῆμα κρατοῦνταν καί πολιτικοί κρατούμενοι (ἦταν τό τέλος τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ).
Κάποια στιγμή ἡ κρατούμενη μοναχή Ἄννα ἀρρώστησε καί οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ Τμήματος ζήτησαν ἐθελοντικά μία μοναχή ἀπό τίς κρατούμενες, νά τήν συνοδεύει στό γιατρό καί στό νοσοκομεῖο, ὅμως καμμία δέν προσφέρθηκε! Μόνο μία πολιτική κρατούμενος κομμουνίστρια προσφέρθηκε νά βοηθήσει τήν ἀδελφή! Μία ἀπό τίς ἑπόμενες νύχτες εἶδε ἡ κρατουμένη στόν ὕπνο της ἕναν μικροῦ ἀναστήματος Γέροντα, ὁ ὁποῖος κρατοῦσε ἕνα βιβλίο καί ξεχώριζε ἀνθρώπους, ποιοί ἦταν γιά τόν Παράδεισο καί ποιοί γιά τήν κόλαση!!! Μόλις ἡ γυναῖκα προχώρησε γιά τήν τελική ἐπιλογή, ὁ Γέροντας τήν σταμάτησε καί τῆς εἶπε: «Ἐσύ εἶσαι γιά τόν Παράδεισο, διότι φροντίζεις τό πνευματικό μου τέκνο, τήν ἀδελφή Ἄννα»!!!
Μετά τό ὄνειρο αὐτό ἡ κρατούμενη ξύπνησε, χωρίς νά μπορεῖ νά δώσει κάποια ἐξήγηση. Ἀργότερα, ἐνῶ οἱ κρατούμενοι τῆς Μονῆς εἶχαν μεταφερθεῖ στίς Φυλακές Ἀβέρωφ, σέ ἕνα ἐπισκεπτήριο πῆγε καί ἡ συγκεκριμένη πολιτική κρατούμενος νά ἐπισκεφθεῖ τήν μοναχή Ἄννα. Εἶδε τότε τόν Ἐπίσκοπο Ἀνδρέα νά φοράει μία κονκάρδα μέ τήν μορφή τοῦ ἁγ. Ματθαίου καί ἀμέσως φώναξε: «Αὐτός εἶναι ὁ Γέροντας πού εἶδα»!!! Ἡ θαυμαστή αὐτή ἐμφάνισις τήν ἔφερε στήν Γνησία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, ἔκανε Ὁμολογία Πίστεως καί μυρώθηκε. (Γραπτή μαρτυρία ἀρχιμ. Καλλίστου Κατσούλη).

Διάσωσις ἀπό θάνατο λόγῳ ψύχους (μετά τό 1950) Ὁ Σταμάτιος Μπενέτας, Ἕλληνας μετανάστης στήν Ἀμερική, εἶχε βγεῖ μέ τό αὐτοκίνητό του ἔξω ἀπό τήν πόλη πού ἔμενε, σέ περίοδο μεγάλης κακοκαιρίας, δέν ὑπολόγισε ὅμως τήν βενζίνη καί ὅταν αὐτή τελείωσε, τό αὐτοκίνητό του ἀκινητοποιήθηκε μέσα στά χιόνια. Μόνος καί χωρίς καλοριφέρ, ὁ ἀτυχής ὁδηγός εἶχε ἀρχίσει νά παγώνει. Κατέφυγε τότε σέ θερμή προσευχή στόν ἅγ. Ματθαῖο, χρησιμοποιῶντας τό κομποσχοῖνι πού τοῦ εἶχε δώσει ὁ ἴδιος πρίν φύγει γιά τήν Ἀμερική!
Κάποια στιγμή εἶδε ἕνα χέρι νά καθαρίζει τό παρμπρίζ ἀπό τά χιόνια! Ἦταν ἕνας Γέροντας μέ γυαλιά!
«Τί ἔπαθες;» τόν ρώτησε.
«Ἔμεινα ἀπό βενζίνη» τοῦ ἀπάντησε ἐκεῖνος.
«Βάλε ἐμπρός - τόν διέταξε ὁ Γέροντας – στό Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» καί σταύρωσε τό αὐτοκίνητο!
Ἀμέσως τό αὐτοκίνητο πῆρε μπρός καί ἄρχισε νά λειτουργεῖ καί τό καλοριφέρ! Μέ τρόπο θαυματουργικό τό ὄχημα κινήθηκε πολλά χιλιόμετρα, χωρίς βενζίνη! Ὅταν κάποιο στιγμή ἔφθασε σέ ἕνα πρατήριο καυσίμων, ὁ ὑπάλληλος τοῦ εἶπε ἔκπληκτος: «Βλέπω τό ρεζερβουάρ ξερό, μέ τί ἦρθες; μέ νερό ἤ μέ ἀέρα;».
Ὁ Στ. Μπενάτας δέν εἶπε τίποτα στόν Ἀμερικανό γιά τό θαῦμα τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου πού ἔζησε (διότι αὐτός ἦταν ὁ Γέροντας πού τοῦ ἐμφανίσθηκε), ἐπειδή «αὐτοί δέν πιστεύουν καί θά θεωροῦσε τρελλό ἤ μάγο»! (Μαρτυρία Σταματίου Μπενέτα).

Ἀπόδειξις ἁγιότητος σέ ἄπιστη Καθηγήτρια (μετά τό 1950) Μία Καθηγήτρια συνέβη νά ἔχει μία φωτογραφία τοῦ ἁγ. Ματθαίου, ἀλλά δέν ἐδέχετο τήν ἁγιότητά του. Ἔτσι κάποια στιγμή πέταξε τήν φωτογραφία, ἄγνωστο πού. Μετά τό γεγονός αὐτό παρουσίασε ἕνα πρόβλημα στίς φωνητικές χορδές! Μιλοῦσε πολύ βραχνά καί δύσκολα καί δέν μποροῦσε νά διδάξει! Ὅταν ἡ κατάστασή της χειροτόρεψε μίλησε γιά τό πρόβλημά της στόν ἀρχιμ. Ἰωάσαφ Τσολάκη (ἐφημέριο ἁγ. Ἀνδρέου Λιπασμάτων Πειραιῶς) καί ἐκεῖνος ἀμέσως συνέδεσε τό πρόβλημά της μέ τήν ἀπιστία της στήν ἁγιότητα τοῦ Ἱεροῦ Πατρός, πού εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά πετάξει τήν φωτογραφία του. Ὁ π. Ἰωάσαφ (ἀπό τούς παλαιούς πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ.), τῆς μίλησε γιά τήν ἁγία ζωή τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου, τήν πρόσφορά του στόν Ἀγῶνα τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας καί τά θαύματά του, ἐν ὅσῳ ζοῦσε καί μετά θάνατον.
Μετά ἀπό αὐτό ἡ ἀσθενής Καθηγήτρια ἐπισκέφθηκε τήν Μονή Παναγίας, προσκύνησε τόν τάφο τοῦ ἁγ. Ματθαίου καί τά χαριτόβρυτα Λείψανά του καί ζήτησε ταπεινά συγγνώμη γιά τήν ἀπιστία της. Ὅταν ἐπέστρεψε στό σπίτι της, μέ τρόπο ὁλοκληρωτικά παράδοξο καί ἀνεξήγητο, ἡ φωτογραφία τοῦ ἁγ. Ματθαίου πού εἶχε πετάξει ἦταν στή θέση της!!! Ἡ δέ ὑγεία της ἀποκαταστάθηκε σέ λίγες ἡμέρες καί ἐνῶ ἔπινε ἁγίασμα τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς! (Προφορική μαρτυρία τοῦ ἀρχιμ. Ἰωάσαφ Τσολάκη στόν γράφοντα καί γραπτή τοῦ ἀρχιμ. Καλλίστου Κατσούλη).

Θεραπεία καρκινοπαθούς νέας ἀπό τά Ἰωάννινα (μετά τό 1950) Μία κοπέλλα ἀπό τά Ἰωάννινα εἶχε προσβληθεῖ ἀπό καρκίνο. Ἐνῶ βρισκόταν σέ ἐξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, τῆς ἐμφανίστηκε ἕνας Γέροντας μικροῦ ἀναστήματος.
«Τί ἔχεις, παιδί μου;», τήν ρώτησε.
«Ἔχω καρκίνο, Γέροντα» τοῦ ἀπάντησε.
«Μή φοβᾶσαι, θά σέ θεραπεύσω ἐγώ», τῆς ἀπάντησε ὁ ἄγνωστος Κληρικός.
«Ποιός εἶσαι; Πού βρίσκεσαι;» τόν ρώτησε ἡ ἀσθενής.
«Εἶμαι στό μοναστήρι τῆς Πευκοβουνογιάτρισσας - ἀπάντησε ὁ ἅγ. Ματθαῖος (διότι αὐτός ἦταν) - ἀλλά οἱ καλογέροι καί οἱ καλογριές πηγαίνουν στούς γιατρούς καί δέν ἔρχονται σ’ ἐμένα!»
Μετά τήν ἐμφάνιση αὐτή ἡ κοπέλλα θεραπεύθηκε θαυματουργικά καί ὅταν ἐπισκέφθηκε τήν Μονή Παναγίας, ἀναγνώρισε στίς φωτογραφίες καί τίς εἰκόνες τοῦ ἁγ. Ματθαίου τόν κληρικό πού τῆς εἶχε ἐμφανιστεῖ! (Γραπτή μαρτυρία μοναχοῦ Ἀνθίμου).

Θυμιᾶ τόν λαό κατά τήν διάρκεια ἀγρυπνίας, 18 χρόνια μετά τήν κοίμησή του! (1968) Τό ἔτος 1968, κατά τήν διάρκεια τῆς ἀγρυπνίας τῆς ἁγ. Μαρίνης (ἡ ὁποία κατά τήν τάξη καί τό τυπικό τῆς Μονῆς Παναγίας, τελεῖται στήν ἐσωτερική αὐλή τοῦ Παρθενώνος, ὅπου ὑπάρχει τό ὁμώνυμο Παρεκκλήσιο τῶν Χειροτονιῶν), μεταξύ τῶν ἄλλων προσκυνητῶν πού συμμετεῖχαν, ἦταν καί ὁ εὐλαβής Π. Θ. ἀπό τήν Μῆλο (ἔπειτα μοναχός).
Κατά τό Χερουβικό, στό σημεῖο πού ὁ Ἀρχιερεύς θυμιᾶ τόν λαό, ἀντί τοῦ προεξάρχοντος Ἐπισκόπου Πατρῶν Ἀνδρέου, ὁ προσκυνητής Π. Θ. εἶδε τόν ἅγ. Ματθαῖο νά βγαίνει ἀπό τό Παρεκκλήσιο καί νά θυμιᾶ τόν λαό, τίς μοναχές καί τόν τάφο του! (Προφορική μαρτυρία Π. Θ. στόν γράφοντα).

Ἐμφάνισις «ἐν ὁράματι» σέ προβληματιζόμενη νέα (1974)Τό ἔτος 1973 ἡ Μαρία Τζ. ἡλικίας τότε 20 ἐτῶν, καταγομένη ἀπό τό Ρέθυμνο, ζοῦσε καί ἐργαζόταν στά Κ. Πετράλωνα Ἀθηνῶν. Κάποιο ἀπόγευμα ἐπισκέφθηκε στό σπίτι της τήν θεία της Κυριακή Μπανασάκη. Ἡ τελευταῖα εἶχε γνωρίσει τόν ἅγ. Ματθαῖο καί εὐλαβοῦνταν ἰδιαίτερα τήν μνήμη του. Μάλιστα στό εἰκονοστάσι της, ἀνάμεσα στίς διάφορες εἰκόνες, εἶχε καί μία φωτογραφία του!
Ἡ ἀνηψιά της Μαρία κατά τήν ἐπίσκεψή της, ὅταν διαπίστωσε ὅτι ἀνάμεσα στίς εἰκόνες ὑπῆρχε καί μία φωτογραφία κληρικοῦ τῆς εἶπε: «Καλά θεία μου, τό νά θυμιάζεις τίς εἰκόνες τῶν Ἁγίων τό καταλαβαίνω, ἀλλά τήν φωτογραφία αὐτοῦ τοῦ παπά;»! Ἀμέσως ἡ εὐλαβής Κυριακή ἄρχισε νά ἐξηγεῖ στήν ἀνηψά της γιά τόν «παπά», ὅτι ἦταν μεγάλος ἀσκητής, ἱδρυτής τοῦ μοναστηριοῦ τῆς Κερατέας καί πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἕνας μεγάλος Ἅγιος καί τόν εἶχε γνωρίσει προσωπικά.
Ὅταν ἐπέστρεψε ἡ νεαρή Μαρία στό σπίτι της ἦταν βράδυ. Ἀκολούθησε τό συνηθισμένο της πρόγραμμα καί ἔπεσε νά κοιμηθεῖ. Κάποια στιγμή μέσα στή νύχτα, ξύπνησε ἀπό τό ἄνοιγμα τῆς πόρτας τοῦ δωματίου της! Ὀφθαλμοφανῶς εἶδε νά μπαίνει ὁ κληρικός τῆς φωτογραφίας! Διέκρινε μάλιστα λεπτομέρεις πού δέν διακρίνονται στήν φωτογραφία (μικρό ἀνάστημα, μοναχικό κουκούλι, γυαλιά χωρίς σκελετό)! Ὁ ἅγ. Ματθαῖος τήν πλησίασε, τήν χτύπησε ἀπαλά στό μπράτσο καί τῆς εἶπε: «Μαρία, νά ἀκολουθήσεις πιστά τήν σωστή θρησκεία τοῦ Ναζωραίου»!!!
Τό ὅραμα αὐτό ἐπαναλήφθηκε καί τά δύο ἑπόμενα βράδυα, ὁπότε ἡ Μαρία μέ τήν βοήθεια τῆς θείας της Κυριακῆς, ἀναζήτησε τήν πλησιέστερη πρός τά Κ. Πετράλωνα ἐνορία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. (ἦταν τοῦ Ἱ. Ν. Τιμίου Προδρόμου Ροῦφ Ἀθηνῶν, στόν ὁποῖο τότε ἐφημέρευε ὁ Ἐπίσκοπος Πειραιῶς καί Νήσων Νικόλαος) καί ἔγινε δεκτή στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας κατά τά προβλεπόμενα, διά Μύρου καί Ὁμολογίας Πίστεως. Ὅταν τό 1975 ἐπισκέφθηκε μέ τόν μνηστήρα της τήν Ἱ. Μ. Παναγίας, γιά νά προσκυνήσει τά Ἱερά Λείψανα τοῦ μακαρίου Πατρός, κατέθεσε στή λάρνακά του τόν σταυρό της. (Προφορική μαρτυρία Μαρίας Τζανιδάκη στόν γράφοντα).

Μαρτυρία περί τῆς ἁγιότητός του ἀπό τούς Ἁγίους Ἀρχαγγέλους (περί τό 1990) Σέ μία πανήγυρη τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγίων Ταξιαρχῶν Θηβῶν (8η Νοεμβρίου), συμμετεῖχε καί ἡ διακονήτρια τοῦ γέροντος ἀρχιμ. Καλλίστου μοναχή Μαριάμ. Προσευχομένη ἡ μοναχή ἐνώπιον τῆς εἰκόνος τῶν Ἀρχαγγέλων, γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας μιᾶς γνωστῆς της γυναῖκας, εἶδε τό ἀκόλουθο ὅραμα:
Ἐμφανίσθηκε ἕνα τεθωρακισμένο ὄχημα τοῦ στρατοῦ, τοῦ ὁποίου ὅμως τό πλήρωμα δέν φοροῦσε κράνη, ἀλλά ἔφερε φωτοστέφανα! (ἦταν οἱ Ἅγιοι Ἀρχάγγελοι). «Τό μοναστήρι τῆς Κερατέας - τῆς εἶπαν - ἔχει δύο πολύ μεγάλους Ἁγίους τῶν ἐσχάτων καιρῶν, τόν ἅγ. Νεκτάριο καί τόν ἅγ. Ματθαῖο τόν Μυροβλήτη, αὐτούς νά παρακαλέσεις»! (Γραπτή μαρτυρία ἀρχιμ. Καλλίστου Κατσούλη).

Θεραπεία ἀπό δισκοπάθεια (1980/1990) Μία οἰκογένεια ἀπό τό ἐξωτερικό (δέν διευκρινίζεται ἄν ἦταν Ἑλληνικῆς ἤ ἄλλης καταγωγῆς), ἔπρόκειτο νά κάνει διακοπές στήν Ἑλλάδα. Τήν παραμονή τῆς ἀναχώρησής της, ἡ μητέρα τῆς οἰκογένειας πού εἶχε πρόβλημα δισκοπάθειας στήν σπονδυλική της στήλη, ἔνοιωσε ἕναν ὀξύ πόνο καί κυριολεκτικά καθηλώθηκε. Ὅταν τήν ἔπιανε αὐτός ὁ πόνος παρά, τήν φαρμακευτική ἀγωγή, συνήθως κρατοῦσε δύο ἑβδομάδες, ἐνῶ ἔπρεπε νά κοιμᾶται στό πάτωμα, γιά νά εἶναι τελείως ἴσια καί ἀκίνητη!
Ὁ σύζυγός της – καί αὐτός μέ προβλήματα ὑγείας – δέν μποροῦσε νά τῆς προσφέρει οὐσιαστική βοήθεια καί ἡ ἴδια δέν ἤθελε μέ κανένα τρόπο νά ἀκυρώσει τίς διακοπές τῆς οἰκογενείας της, λόγῳ τοῦ δικοῦ της προβλήματος. Ἔτσι μέ πολύ δυσκολία κατάφερε νά μπεῖ στό ἀεροπλάνο, πονοῦσε μέ κάθε κραδασμό, ἀλλά τελικά ἔφτασε στήν Ἑλλάδα – μαζί μέ τόν σύζυγό της, τόν γιό της, τήν νύφη της καί τόν ἐγγονό της – καί πῆγαν στό ξενοδοχεῖο πού εἶχαν κλείσει, στήν παραθαλάσσια περιοχή τῆς Ἀνατολικῆς Ἀττικῆς.
Ὅμως καί ἐκεῖ τούς περίμενε ἄλλο πρόβλημα. Οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ ξενοδοχείου, μή γνωρίζοντας τό πρόβλημά της, «δέν τήν ἔβλεπαν μέ καλό μάτι»! Βαθύτατα στενοχωρημένη ἡ ἐπισκέπτρια, θυμήθηκε πώς κάπου ἐκεῖ κοντά ἦταν τό μοναστήρι τῆς Παναγίας, ὅπου ἔζησε καί κοιμήθηκε ὁ ἅγ. Ματθαῖος. «Εἶχα διαβάσει – γράφει ἡ ἴδια – γιά τόν ἱδρυτή τῆς μονῆς Ἐπίσκοπο Ματθαῖο, ἕναν μεγάλο θαυματουργό καί Ὁμολογητή τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ὁ ὁποῖος ἀπεβίωσε τό 1950 καί τοῦ ὁποίου τά Λείψανα ἐλέγετο πῶς εὐωδίαζαν καί τελοῦσαν ἰάσεις».
Μέ ἐλπίδα στήν θαυματουργό δύναμη τοῦ ἁγ. Ματθαίου ἡ ἀσθενής ζήτησε ἀπό τόν σύζυγό της νά τήν μεταφέρει ἐκεῖ. Πράγματι, ἐκεῖνος νοίκιασε αὐτοκίνητο καί μέ πολύ προσοχή τήν ἔφερε στή Μονή Παναγίας. Ἡ ἀσθενής μεταφέρθηκε στό Δεσποτικό μέ πολλή προσοχή, ὑποβασταζόμενη ἀπό δύο ἄτομα. Μέ κόπο καί πόνο ἔσκυψε νά προσκυνήσει τήν χαριτόβρυτο Κάρα τοῦ μακαρίου Πατρός καί μόλις τήν ἄγγιξε μέ τά χειλη της, ἀμέσως ὁ πόνος τήν ἄφησε καί ἡ ὑγεία της ἀποκαστάθηκε!
«Ἀμέσως ὁ πόνος ἐξαφανίστηκε – γράφει - καί μπόρεσα νά σταθῶ ἴσια. Ἡ οἰκογένειά μου ἔμεινε ἔκπληκτη. Τήν ἑπόμενη ἡμέρα ἔπαιζα τένις, κάτι ἀνήκουστο γιά κάποιον μέ πρόβλημα δικοσπάθειας. Ὅταν ἐπιστρέψαμε στό ξενοδοεχεῖο οἱ ὑπάλληλοι δέν μέ γνώριζαν, μέ κοιτοῦσαν σάν ξένη. «Δέν ξέρετε ποιά εἶμαι; – τούς ρώτησα - ἐδῶ μένω». Δέν ἔνοιωθα πόνο καί περπατοῦσα γρήγορα καί στητά. Τούς εἶπα τί μοῦ εἶχε συμβεῖ καί καθώς ἦταν ἀπό Ὀρθόδοξη χώρα, δέν εἶχαν δυσκολία νά καταλάβουν τήν ἐξήγησή μου». (Ἀπό τό κείμενο τῆς Ὄλγας Moss).

Ἀπαλλαγή παιδιοῦ ἀπό δαιμονική ἐπιρροή (1988)Ἡ μικρή Χ. Χ. ἀπό τό Ρέθυμνο, τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1988 (ἡμέρα Τετάρτη πρίν τήν Κυριακή μετά τήν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ), ἐνῶ ἦταν στό σχολεῖο της ἄρχισε νά τρέμει. Ἀμέσως ἡ δασκάλα της εἰδοποίησε τήν μητέρα της (φαρμακοποιό στό ἐπάγγελμα), νά ἔρθει νά τήν πάρει. Στό φαρμακεῖο ἡ μικρή ἔβλεπε δύο ἄγνωστα πρόσωπα πού τῆς προκαλοῦσαν τρόμο, γι’ αὐτό καί ἔκλαιγε ζητῶντας τήν θεῖα Κ.Μ. ἡ ὁποία ἐργάζεται σέ μεγάλο νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν.
Στή συνέχεια τό παιδί μεταφέρθηκε στό νοσοκομεῖο, ἐνῶ εἶχε χάσει τήν ἐπαφή του μέ τό περιβάλλον. Ἐκεῖ οἱ ἐφημερεύοντες γιατροί τοῦ ἔκαναν μία ἡρεμιστική ἔνεση καί συνέστησαν νά παρα-κολουθεῖται ἀπό ψυχίατρο! Συνεπείᾳ τῆς ἐνέσεως τό παιδί κοιμήθηκε σπίτι του, ὅταν ὅμως ξύπνησε ἄρχισε νά λέγει παράξενα πράγματα, ὅπως «βλέπω τόν Χριστό» καί «βλέπω τόν κακό μέ τά κέρατα»!
Τό βράδυ τῆς ἴδιας ἡμέρας (Τετάρτης), τό παιδί μεταφέρθηκε στήν Ἱ. Μ. Τιμίου Σταυροῦ Ρεθύμνου, ὅπου ἔγινε Ἁγιασμός καί τοῦ διαβάστηκαν οἱ Ἐξορκισμοί. Τό παιδί διανυκτέρευσε ἐκεῖ στήν ἴδια κατάσταση.
Ἡ θεία του Κ. Μ. τήν ὁποία ζητοῦσε διαρκῶς, ἔφτασε ἀεροπορικῶς στήν Κρήτη τό πρωϊ τοῦ Σαββάτου. Ὅταν ἔφτασε σπίτι, ἔδωσε στή μικρή ἀνηψιά της νά προσκυνήσει τίς εἰκόνες τῆς Παναγίας καί τοῦ ἁγ. Ἰωάννη τοῦ Θεολόγου καί μία φωτογραφία τοῦ ἁγ. Ματθαίου. Στή θέα τῆς φωτογραφίας τοῦ Ἁγίου Πατρός τό παιδί τινάχτηκε λέγοντας: «Ὁ κακός διώχνει τόν Ἄγγελό μου»!
Αὐθημερόν τό παιδί μεραφέρθηκε ἀεροπορικῶς στήν Ἀθήνα, συνοδευόμενο ἀπό τήν μητέρα του, τήν θεία του καί τήν γιαγιά του Ξ. Ἀργά βράδυ Σαββάτο ἔφτασαν στή Μονή Παναγίας, στήν ὁποία εἶχε ἤδη ἀρχίσει ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου τῆς Κυριακῆς. Τό παιδί προσκύνησε στό Καθολικό καί στό Παρεκκλήσιο τοῦ ἁγ. Μηνᾶ καί ἔμεινε καθηλωμένο προστά στήν ὁλόσωμη καί φυσικοῦ μεγέθους εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Πατρός Ματθαίου, χωρίς νά μπορεῖ νά ἐπικοινωνήσει μέ τό περιβάλλον. Ἀνοιγόκλεινε μόνο τό στόμα του καί ἔκανε ἀσυνάρτητα νοήματα.
Κάποια στιγμή ἡ γιαγιά του, θορυβημένη ἀπό τήν κατάσταση, τό κούνησε δυνατά καί ἐκεῖνο σάν νά συνῆλθε, στράφηκε στή μητέρα του καί εἶπε:
«Μαμά μήν κλαῖς, εἶμαι καλά»!
Ἔπειτα στράφηκε στή γιαγιά του καί εἶπε: «Γιαγιά, ὅταν μέ κούνησες ἦταν δίπλα μου, τώρα εἶναι στήν εἰκόνα του καί φτάνω μόνον τά ροῦχα του»!
Τότε ἡ θεῖα του Κ. διαπίστωσε, ὅτι τό παιδί εἶχε κάτι στό στόμα του.
«Τί ἔχεις στό στόμα σου», ρώτησε ἡ θεῖα.
«Δέν ξέρω - ἀπάντησε ἡ μικρή – μοῦ ἔδωσε κάτι μέ ἕνα χρυσό κουταλάκι»!
«Τότε κατάπιε το», τήν παρότρυνε ἡ θεία.
Μόλις ἡ μικρή κατάπιε τήν θεῖα δωρεά, εὐωδίασε ἡ εἰκόνα τοῦ ἁγ. Ματθαίου καί ὁ χῶρος τοῦ Παρεκκλησίου τοῦ ἁγ. Μηνᾶ! Παρόντες τήν στιγμή ἐκείνη ἦσαν πολλοί καί ἀξιόπιστοι μάρτυρες (ὅπως ἡ μοναχή Μαγδαληνή Μητροπούλου, τοῦ Ἱ. Ἡσυχαστηρίου ἁγ. Σπυρίδωνος Κερατέας). Ἀμέσως διακόπηκε ἡ Ἀκολουθία, χτύπησαν οἱ καμπάνες καί οἱ μοναχές ἄρχισαν νά ψάλλουν τροπάρια ἀπό τήν Ἀκολουθία τοῦ ἁγ. Ματθαίου. Μάλιστα ἀπό τόν συνωστισμό πού δημιουργήθηκε, μία μοναχή ἔσπασε τό πόδι της!
Κάποια στιγμή τό παιδί φώναξε, «νάτος, ἔρχεται πάλι νά μέ κοινωνήσει»! καί ἔκανε κινήσεις σάν νά χάϊδευε τά ἄμφια τοῦ ἁγ. Ματθαίου!
Ὅταν ἀργότερα τηλεφώνησαν στό Ρέθυμνο, στόν πατέρα τῆς μικρῆς, διαπιστώθηκε ὅτι καί ἐκεῖνος εἶχε αἰσθανθεῖ μία ἐξαίσια εὐωδία!

Διάσωσις ἀπό ἐπικείμενο τροχαῖο δυστύχημα (1991) Τήν 21η Δεκεμβρίου 1991, στίς 4 τό πρωϊ, 3 - 4 Ὀρθόδοξοι ταξίδευαν μέ τό αὐτοκίνητό τους πρός τήν Σπάρτη. Μετά τήν Τρίπολη, λόγῳ τοῦ χειμῶνος καί τῆς κακοκαιρείας πού εἶχε προηγηθεῖ, ὁ δρόμος εἶχε πιάσει πάγο καί ξαφνικά ὁ ὁδηγός ἔχασε τόν ἔλεγχο τοῦ ὀχήματος. Καθώς τό ὄχημα κατευθύνονταν ἀκυβέρνητο ἔξω ἀπό τό δρόμο καί κινδύνευε νά ἀνατραπεῖ, ἕνας τῶν ἐπιβατῶν ἐπικαλέστηκε «μέ συστολή» τό ὄνομα τοῦ ἁγ. Ματθαίου. «Δι’ εὐχῶν τοῦ Ἁγίου μας Πατρός – εἶπε – Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ βοήθησέ μας». Ἀμέσως τό αὐτοκίνητο σταθεροποιήθηκε καί σταμάτησε ἀφοῦ προσέκρουσε στό διαχωριστικό κιγκλίδωμα, χωρίς ὅμως νά πάθει κάποια ζημιά!
Οἱ θεοπειθεῖς πρεσβείες τοῦ ἱεροῦ Πατρός εἶχαν ἐλκύσει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ στήν κατάλληλη στιγμή, διότι 100 μέτρα πιό πέρα ὑπῆρχε μία ἀπότομη στροφή 90ο καί ἀπό κάτω γκρεμός καί ἀσφαλῶς ἄν τό αὐτοκίνητο δέν σταματοῦσε ἐκεῖ πού σταμάτησε, θά εἶχε ἀνατραπεῖ καί θά εἶχε πέσει στό γκρεμό! (Γραπτή μαρτυρία μοναχοῦ Ἀνθίμου).

Ἐπίλογος Οἱ προηγούμενες περιπτώσεις σημείων καί θαυμάτων ὡς ἐπιβεβαιωμένα καί μαρτυρημένα στοιχεῖα ἀποδεικνύουν, ὅτι ὁ ἀγωνοθέτης Χριστός ἐνέκρινε καί ἐπιβράβευσε τόν ἀγῶνα τοῦ μακαρίου Πατρός Ματθαίου καί τόν ὁποῖο ἐλέησε μέ τά εἰδικά χαρίσματα πού δίδει μόνο στούς Ἁγίους Του, ὅπως τῆς διοράσεως, τῆς προοράσεως, τῆς προφητείας, τῆς θαυματουργίας, τῶν θεραπειῶν καί τῆς μυροβλυσίας. Γιά τοῦτο καί ἡ ἁγιότητά του ἀναγνωρίζεται ἀπ’ ἀρχῆς ἀπό τό πλήρωμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, ἐντός τοῦ πνευματικοῦ χώρου τῆς Ὁποίας ἀναδείχθηκε, δηλαδή τῆς οἰκουμενικῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀφοῦ «Ἁγιοπατερική, συνεχής καί ἀμετάβλητη συνείδηση εἶναι, ὅτι ἡ ἁγιότητα ἀναγνωρίζεται μέ βάση τήν φανέρωσή της ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, μέσῳ τῆς διενεργείας αὐθεντικῶν θαυμάτων (καί) αὐτό τό κριτήριο εἶναι ἐκκλησιαστικό, τό ἀσφαλέστερο καί ἐπικρατέστερο στό χῶρο τῆς Ὀρθόδοξης Ἁγιολογίας» (Πρωτ. Γ. Μεταλληνοῦ, «Ἁγιότης Μαρτυρουμένη», Λευκωσία 1989, σελ. 4).

Διά πρεσβειῶν τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν ΜΑΤΘΑΙΟΥ,
τοῦ Νέου Ὁμολογητοῦ,
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

2019/05/23

ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ


ΕΟΡΤΑΣΕ ΤΟ ΙΕΡΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ
ΤΟΥ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΒΟΥΝΑΙΝΟΙΣ

Με σεμνότητα και κατάνυξη εόρτασε ο προσκυνηματικός ιερός Ναός του Οσιομάρτυρος Νικολάου του Νέου και Θαυματουργού στα Βούναινα Λάρισας στις 9 Μαΐου (Εκ. ημ.). Ο άγιος Νικόλαος εκ των στρατιωτικών είναι γνωστός όχι μόνο σε όλη την πατρίδα μας, λόγω των θαυμάτων του, αλλά και σε άλλους λαούς. Μεγάλο πλήθος πιστών που ευλαβούνται τον άγιο προστρέχουν να προσκυνήσουν στο Ναό που βρίσκεται στον ιστορικό τόπο του μαρτυρίου του κατά το Πάτριο εορτολόγιο καθώς την ίδια ημέρα τελείται το θαύμα της αιμοβλυσίας των δέντρων, πάνω στα οποία μαρτύρησε δια τόξων ο πολύαθλος άγιος για την αγάπη του Χριστού. Πλήθος πιστών μελών της Εκκλησίας μας από πολλά σημεία της Ελλάδας αλλά και από το εξωτερικό προσήλθαν με ευλάβεια στην ολονύκτια ιερά αγρυπνία. Συνιερούργησαν οι Παν/τοι Ιερομόναχοι π. Αυγουστίνος Βρακάτος και π. Χρυσόστομος Βαλτάς. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, ομίλησε δια ολίγων ο Πανοσιολογιότατος π. Αυγουστίνος και ακολούθως κλήρος, μοναχοί και λαός μετέβησαν για να τελέσουν την ιερά Παράκληση στον τόπο του μαρτυρίου. Οι πιστοί επέστρεψαν πνευματικώς ενισχυμένοι δοξάζοντας τον αιματοβλύτη άγιο Νικόλαο δια τα θαυμάσια που έως εσχάτων προσφέρει προς πνευματική ενίσχυση των ορθοδόξων πιστών.



Ο τάφος του Οσιομάρτυρος.


Δένδρο από το οποίο αντλούν "αίμα" οι πιστοί.



2019/05/13

ΟΝΟΜΑΣΤΗΡΙΑ ΑΡΧΙΕΡΕΩΣ


Την 30η του μηνός Απριλίου (Εκκλ. ημ), μνήμη του Αγίου ενδόξου Αποστόλου Ιακώβου του Ζεβεδαίου, αδελφού του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, εόρτασε τα ονομαστήριά του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας κ.κ. Ιάκωβος εις την Ιερά Μονή Τιμίου Σταυρού Καλαμάτας. 
Αφ' εσπέρας εψάλη ο εόρτιος Εσπερινός, ενώ το πρωί της κυριωνύμου ημέρας ετελέσθη ο εόρτιος Όρθρος μετ' αρτοκλασίας και το λαμπρό, πανηγυρικό Τρισαρχιερατικό Συλλείτουργο, εις το οποίο προεξήρχεν ο άγων τα ονομαστήρια, συμπαραστατούμενος υπό των Σεβασμιωτάτων Αρχιερέων Φθιώτιδος κ. Ιγνατίου, και Αττικής και Μεγαρίδος κ. Κοσμά μετά κληρικών τόσο από την Μονή Παναγουλάκη όσο και από διάφορα μέρη της Ελλάδας. 
Προσήλθεν πλήθος πιστών εκ διαφόρων περιοχών για να τιμήσει τον εορτάζοντα Αρχιερέα. Ο Σεβασμιώτατος κ. Ιάκωβος ευχαρίστησε τους προσελθόντας πιστούς ενώ ο χορός των Ιεροψαλτών έψαλλε το «Πολυχρόνιον» του τιμωμένου Αρχιερέως. Η Αδελφότης της Ιεράς Μονής παρέθεσε πλουσιοπάροχον τράπεζαν εις άπαντας τους κληρικούς, μοναχούς και λαΐκούς.






2019/05/03

ΕΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΕΙΣ

Μέσα στην λαμπροφόρο περίοδο του Αγίου Πάσχα και της Αναστάσιμης χαράς εόρτασαν αρκετοί Ιεροί Ναοί και Μονές της Εκκλησίας μας.

Την Παρασκευή που τιμώνται τα θαυμάσια της Υπεραγίας Θεοτόκου της επονομαζομένης Ζωοδόχου πηγής εόρτασε το φερώνυμο Ιερό Παρεκκλήσιο της ιστορικής Ιεράς Μονής Παναγουλάκη Καλαμάτας. Ιερούργησε ο οικείος Ποιμενάρχης των Γ.Ο.Χ. Μεσσηνίας Σεβ/τος κ. Ιάκωβος ο οποίος εφέτος συμπληρώνει 10 συναπτά έτη θεοφιλούς ποιμαντορίας.




Την Κυριακή του Θωμά (παραμονή του Αγίου Γεωργίου) τελέστηκε εόρτια Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναός Αγίου Γεωργίου Πεταλιδίου Μεσσηνίας.


Την κυριώνυμη μέρα πανηγύρισε ο Ιερός Ναός του Τροπαιοφόρου αγίου στον Αλμυρό Μεσσηνίας.



Με εκκλησιαστική λαμπρότητα και κατάνυξη πανηγύρισε η γυναικεία Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου στο Μελισσοχώρι Θήβας. Της πανηγύρεως προεξήρχε ο Σεβ/τος Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας κ. Χρυσόστομος συμπαραστατούμενος υπό του Σεβ/του Αττικής κ. Κοσμά. Έψαλε ο καλλικέλαδος χωρός της Μονής μέχρι το πέρας της εορτής δια ιεράς λιτανείας της ιεράς εικόνας του στρατηλάτη αγίου. Ακολούθησε τράπεζα επιγείων αγαθών στους προευφρανθέντες πνευματικώς προσκυνητές. 




Με σεμνότητα εόρτασε ο ενοριακός Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου στο χωριό Άγιοι Ανάργυροι Λάρισας. Ιερούργησε ο Σεβ/τος Μητροπολίτης Φθιώτιδος κ. Ιγνάτιος. Προσήλθαν αρκετοί πιστοί, παρά το εργάσιμο της ημέρα. Μετά τηνεόρτια Θεία Λειτουργία, πραγματοποιήθηκε λιτανεία και δέηση στην πλατεία του χωριού. Διακρίνεται μικρό μέρος των πιστών.


 Στην Κεντρική Μακεδονία, επίκεντρο της λατρευτικής συνάξεως κατέστη η πανήγυρις του ενοριακού Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου στην Αγκαθιά Ημαθίας. Συλλειτούργησαν ο Αιδεσιμότατος Ιερεύς π. Νικόλαος Γουσιόπουλος, εφημέριος της Ενορίας του Αγίου Γεωργίου της Αγκαθιάς Ημαθίας μαζί με τον Παν/το Ιερομόναχο π. Ευθύμιο.  Ευλόγησαν τους άρτους και προεξήρχαν της λιτανεία της εικόνας κατά την πανήγυρη του φερώνυμου Ιερού Ναού, πόλου πνευματικής έλξεως πλήθους φιλέορτων πιστών από τη Μακεδονία. 



2019/05/02

ΥΜΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΑΜΠΡΟΦΟΡΟΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ 
ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Ψαλλόμενος κατά τὸ «Τοῖς μαθηταῖς συνέλθωμεν ...»



Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, τὸν θάνατον πατήσας,
κι’εἰς ὅλην τὴν ὑφήλιον, χαράν ζωὴν δωρίσας.
Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, Ὀρθόδοξοι καυχᾶσθε,
ψάλλατε τὴν Ἀνάστασιν, Χριστοῦ ἀγαλλιᾶσθε.
Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, χαίρετε ἀδελφοί μου,
τέκνα μου περιπόθητα καὶ λίαν ποθηνοί μου.
Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, λαοὶ ἀγαλλιᾶσθε,
ἐν τῆ ἐγέρσει τοῦ Χριστοῦ, ψάλλατε καὶ καυχᾶσθε.
Χαίρεται οὖν, ὦ ἀδελφοὶ, πάντες χαράν μεγάλην,
εἶθε ἀξιωθείημεν, εἰς τὴν ζωὴν τὴν ἄλλην.
Κἀκεῖ συναγαλλώμεθα, μετὰ τῆς Παναγίας,
Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δικαίων τῆς χορείας.
Τοῦς παναγίους πόδας Του, εὐλαβῶς προσκυνοῦμεν,
Ἰησοῦ Χριστοῦ εὐσπλάγχνου τε, αἰτήματα ζητούμεν.
Ἀλλὰ μᾶς, ἀπαλλάξη μὲν παθῶν μας ὀλεθρίων !
Τῶν πολεμοῦντων δὲ ἡμᾶς μυρίων καὶ ἀπείρων.
Δι’ ἱκεσιῶν Μητρὸς ἡμῶν Ἀχράντου Παναγίας,
Προστάτιδος μας σώματος ψυχῆς μας σωτηρίας.
Ὡς καὶ ἀπαύστως λέγομεν Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ μου,
Οἷς κρίμασιν ἐπίστασαι σῶσον μας πλαστουργέ μου.
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἰὲ Θεοῦ τοῦ ζῶντος·
Διὰ τῶν πρεσβειῶν Ἁγνῆς, Ἁγίων πάντων Σ’ ὅλων.
Καὶ Βασιλείας Οὐρανῶν πάντας καταξιώσης,
Ἐν τῆ φρικτῆ δὲ κρίσει σου ὅλους μᾶς δικαιώσης.


Από το ενδιαφέρον ιστολόγιο "Διδαχές Αγίων" 

2019/05/01

ΕΚΔΗΜΙΕΣ ΜΟΝΑΖΟΥΣΩΝ


ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΡΙΑΜ

Οσιακώς εκοιμήθη η μακαριστή Καθηγουμένη Μαριάμ της Ιεράς Μονής Παναγίας Γοργοϋπηκόου Γοργοποτάμου Λαμίας την 14η/3ου/2019 (Εκκλ. ημ.). Το εύκαμπτο και μαλακό σώμα της μακαριστής Καθηγουμένης παραδόθηκε στη γη την Πέμπτη 15/28 Μαρτίου. Η Κηδεία της τελέστηκε σε κλίμα χαρμολύπης με προεξάρχοντα τον Πνευματικό της Ιεράς Μονής, Σεβ/το Μητροπολίτη Φθιώτιδος κ. Ιγνάτιο.

Η Γερόντισσα Μαριάμ Μοναχή, κατά κόσμον Παναγιώτα Φούρλα, γεννήθηκε στις 16/3/1936 στην Λαμία Φθιώτιδος, υπό ευσεβών γονέων, Βασιλείου και Σοφίας. Έμεινε ορφανή από μητέρα σε ηλικία μόλις 5 ετών. Αφού φοίτησε στο τότε εξατάξιο Γυμνάσιο, ακολούθησε τον μονήρη βίο το έτος 1967 και εκάρη μοναχή το έτος 1977. Το έτος 1991 χειροτονήθηκε Καθηγουμένη στην Ιερά Μονή Παναγίας Γοργοϋπηκόου από τον πνευματικό της πατέρα, μακαριστό Μητροπολίτη Φθιώτιδος κυρό Θεοδόσιο (+2002). Ως Ηγουμένη ήταν μια αφανής ηρωίδα, μια γενναία, ακατάβλητη και επίλεκτη ψυχή, συμμεριζόμενη μέχρι θυσίας τον πόνο και την θλίψη, των πνευματικών αυτής τέκνων, της πολυμελούς αδελφότητας. Οι παραβρισκόμενοι Ορθόδοξοι πιστοί έλεγαν με συγκίνηση: "Σήμερα κηδεύουμε έναν άγγελο".

ΜΟΝΑΧΗ ΔΩΡΟΘΕΑ

Η Μοναχή Δωροθέα, κατά κόσμον Πουρσανίδου Δέσποινα, γεννήθηκε στις 5/2/1935 στην Διποταμιά Καστοριάς, υπό ευσεβών γονέων, Ζορπίδη Φιλάρετο και Λαμπριανή Πετρίδου. Μετά τον θάνατο του συζύγου της το 1982 και μετά από θαυμαστά γεγονότα και σημεία, που συνέβησαν στην ίδια, έμαθε για την Ορθοδοξία από τον τότε νεοημερολογίτη Πνευματικό της π. Βασίλειο, ο οποίος και την προέτρεψε το 1983- 1984 να ακολουθήσει το Πάτριο εορτολόγιο. Της είπε μάλιστα επί λέξει: "Εμείς οι νεοημερολογίτες είμαστε σχισματικοί και οικουμενιστές. Ο Θεός σε καλεί να πας στην Εκκλησία Του"! Λίγο αργότερα γνώρισε τον μακαριστό Γέροντα Ιερομόναχο Μηνά Βρεττό και τον έκανε πνευματικό της. Τον Οκτώβριο του 1988 μετά από συμβουλή του Γέροντα αποφάσισε να μονάσει, και επέλεξε την Ιερά Μονής Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής. Κοιμήθηκε στις 30 Μαρτίου του 2019, ημέρα Σάββατο.

Το σκήνωμα της ήταν μαλακό, σαν να ήταν ζωντανή, έως και την ώρα της ταφής της, (36 ώρες μετά την κοίμηση της) σύμφωνα με τις μαρτυρίες όλων των συγγενών της αλλά και όλων των υπόλοιπων παραβρισκομένων. 

Αξιώθηκαν και οι δύο αυτές άγιες ψυχές να μεταβούν εκ του θανάτου προς την Ζωή μέσα στην περίοδο της Μεγάλη Τεσσαρακοστής και να κάνουν φέτος Πάσχα στην Θριαμβεύουσα Εκκλησία των ουρανών. Είθε να μας συνοδεύουν οι ευχές  των Οσίων Μητέρων στην σταυροαναστάσιμη πορεία του επίγειου βίου μας.