2018/12/16

ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΦΑΝΑΡΙΟΥ (+1601)

ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ Ο ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ (+1601)
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ



Τὰ Ἄγραφα δὲν ἀνέδειξαν μόνον ἀρματωλοὺς καὶ κλέφτες ἀλλὰ καὶ μάρτυρες τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος καὶ ἁγίους, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὴν πρώτη θέση κατέχει ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Σεραφείμ, Ἀρχιεπίσκοπος Φαναρίου καὶ Νεοχωρίου, ὁ θαυματουργὸς, μία ἀπὸ τὶς μεγάλες καὶ ἁγίες μορφὲς τῶν Ἑλλήνων νεομαρτύρων τῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας.

Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Πεζούλα τοῦ Δήμου Νεβροπόλεως, σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ χωριὰ τῆς λίμνης Πλαστήρα, ἕνα ἀπὸ τὰ πλησιέστερα πρὸς τὴν Καρδίτσα χωριὰ τῶν Ἀγράφων, τὸ ὁποῖο ἀπέχει 42 χιλιόμετρα ἀπὸ αὐτήν. Πότε ἀκριβῶς γεννήθηκε, δὲν γνωρίζομε· πάντως περὶ τὰ μέσα τοῦ 16ου αἰῶνος. Τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του ἦταν Σωτήριος. Οἱ γονεῖς του, Σωφρόνιος Ἀθανασίου καὶ Μαρία, εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετοι χριστιανοί, προσπάθησαν νὰ ἀναθρέψουν τὸν μικρὸ Σωτήριο «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» (Ἐφεσ. στ΄ 4). Χωρὶς νὰ γνωρίζουν πολλὰ γράμματα, ζοῦσαν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ τὸ καλό τους παράδειγμα ἔκαναν τὸ παιδί τους ν’ ἀγαπήση τὸν Χριστό. Τὸν δίδαξαν νὰ μὴν ἀγαπᾶ τὰ πλούτη, νὰ μὴ ζητᾶ τὴν φθαρτὴ δόξα, οὔτε νὰ ὑποχωρῆ στὶς ταπεινὲς καὶ ἁμαρτωλὲς ἡδονὲς καὶ ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου τούτου.

Ὁ μικρὸς Σωτήριος μετὰ προσοχῆς ἄκουγε τὶς συμβουλὲς τῶν γονέων του, τοὺς σεβόταν καὶ τοὺς ἀγαποῦσε πολύ. Ἐπίσης, ἦταν ὑπάκουος καὶ στοὺς μεγαλυτέρους τοῦ χωριοῦ καὶ πρόθυμος νὰ κάνη διάφορα θελήματά τους. Ἰδιαιτέρως σεβόταν τοὺς ἱερεῖς καὶ μοναχούς. Τὰ πρῶτα γράμματα διδάχθηκε στὸ σχολεῖο τῆς Μικρῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, κοντὰ στὸ χωριό του, καὶ ἀναδείχθηκε τύπος καὶ ὑπογραμμὸς ἐπιμελοῦς μαθητῆ. Διδάχθηκε τὰ ἱερὰ γράμματα: τὸ Ψαλτήρι, τὴν Ὀκτώηχο καὶ τὸν Ἀπόστολο. Προπαντὸς τὸν εὐχαριστοῦσε ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Τοῦ ἄρεσε ἀκόμη νὰ ἐντρυφᾶ στοὺς βίους τῶν ἁγίων, τῶν ὁποίων προσπαθοῦσε νὰ μιμῆται τὸ παράδειγμα. Εἶχε ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα καὶ ἡ ψυχή του εἱλκύετο πρὸς τὸν ἡσυχαστικὸ βίο. Ἐπιθυμοῦσε ἐν ὀλίγοις ν’ ἀπαρνηθῆ τὸν ἑαυτόν του, νὰ ἄρη τὸν σταυρὸν καὶ νὰ ἀκολουθήση τὸν Χριστό. Αὐτὸς ὁ πόθος κατέκαιε τὴν καρδιά του. Τὸν πόθο του ὅμως καὶ τὸν ζῆλο ἐκεῖνον ἐνίσχυε ἡ Ἱερὰ Μονὴ τῆς Κυρίας Θεοτόκου ἢ τῆς Κρυερᾶς Πηγῆς τῶν Ἀγράφων, ὅπως τότε λεγόταν ἡ Ἱερὰ Μονὴ Κορώνης, ἡ ὁποία δὲν ἀπεῖχε πολὺ ἀπὸ τὴν Πεζούλα. Γι’ αὐτὸ οἱ συχνές ἐπισκέψεις τῶν μοναχῶν στὸ χωριό, οἱ συνομιλίες τοῦ Ἁγίου μαζί τους καὶ τὸ καλὸ παράδειγμά τους ἔθελγαν τὸν φλογερὸ νέο καὶ τὸν προετοίμαζαν νὰ δοξάση μίαν ἡμέρα τὸν Χριστό.

Δὲν γνωρίζομε σὲ ποιὰ ἀκριβῶς ἡλικία οἱ εὐσεβεῖς του πόθοι ὤθησαν τὸν Ἅγιο σὲ ἀναζήτηση μοναστηρίου. Νέος πάντως λαμβάνει ὁριστικὰ πλέον τὴν μεγάλη ἀπόφαση νὰ ἀρνηθῆ τὸν κόσμο. Ἀφήνει λοιπὸν τὸ χωριό του, ἀποχαιρετᾶ τοὺς δικούς του καὶ ἀποφασίζει νὰ ἐπισκεφθῆ τὶς Ἱερὲς Μονὲς τῶν Ἀγράφων. Τέλος, φθάνει καὶ στὸ Μοναστήρι τῆς Κορώνης. Ἐκεῖ βρῆκε ἕνα ἄξιο πνευματικὸ ἐργαστήριο, ὅπου ἡ ἐργασία, τὰ γράμματα καὶ ἡ ἀρετὴ τὸν ἐντυπωσίασαν. Αὐτὰ μαγνήτισαν τὴν ψυχή του καὶ παρέμεινε πλέον ἐκεῖ, ἀφοῦ ντύθηκε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα καὶ κατατάχθηκε στὸν χορὸ τῶν μοναχῶν. Ἀγαποῦσε τὴν ἀγρυπνία, τὴν νηστεία, τὰ δάκρυα, τὴν προσευχή, τὶς ψαλμωδίες, καθὼς καὶ τὴν μελέτη τῶν Ἱερῶν Γραφῶν. Πρὸ πάντων διακρίθηκε γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς μοναχοὺς καὶ τὴν τέλεια ὑπακοὴ στὸν Ἡγούμενο. Ὅταν ἄκουγε τὸ σήμαντρο, ὅπως τὸ ἐλάφι  ἔτρεχε στὸν Ναό, γιὰ νὰ προσευχηθῆ καὶ νὰ ψάλη, καὶ δὲν ἔβγαινε  ἀπὸ ἐκεῖ, πρὶν τελειώση ἡ ἀκολουθία. Ἔτσι, κατόρθωσε νὰ κερδήση τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐκτίμηση ὅλων τῶν ἀδελφῶν τῆς Ἱερᾶς Μονῆς καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήση στὴν ἀρετὴ. Γι’ αὐτὸ, μὲ κοινὴ ψῆφο καὶ ἀπόφαση, χειροτονήθηκε Διάκονος, κατόπιν Ἱερέας, καὶ  ἀργότερα ἐξελέγη Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς. Ἐπὶ τῆς ἡγουμενίας του ἡ Ἱερὰ Μονὴ γνώρισε ἡμέρες λαμπρές. Οἱ προσκυνητές, μὲ τὰ τόσα δεινοπαθήματα τὰ ὁποῖα ὑφίσταντο ἐκ μέρους τῶν Τούρκων, ἔβρισκαν ἐκεῖ ἀσφαλὲς λιμάνι καὶ ἔρχονταν γιὰ νὰ πάρουν δύναμη, θάρρος, καὶ παρηγοριά. Ἀλλὰ καὶ τὰ σκλαβόπουλα στὸν νάρθηκα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς πολλὲς φορὲς ἄκουγαν τὰ  λόγια του Ἁγίου, ἐνθαρρυντικὰ σὰν αὐτὰ τοῦ ποιητῆ:<<….Μὴ σκιάζεστε στὰ σκότη· ἡ λευτεριὰ σὰν τῆς αὐγῆς τὸ φεγγοβόλο ἀστέρι τῆς νύχτας τὸ ξημέρωμα θὰ φέρη>>. (Ἰ. Πολέμης).

Ἡ φήμη τοῦ Ἁγίου ὡς Ἡγουμένου ξεπέρασε τὰ στενὰ ὅρια τῆς Κρυερᾶς Πηγῆς τῶν Ἀγράφων. Γι’ αὐτὸ, ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγο ἀπεβίωσε ὁ Ἐπίσκοπος Καπούας - Φαναρίου Λαυρέντιος, κατόπιν πολλῆς σκέψεως ἐκλέχτηκε παμψηφεὶ Ἀρχιεπίσκοπος Φαναρίου καὶ Νεοχωρίου ὁ ἀξιάγαστος Σεραφεὶμ καὶ ὡς λύχνος φωτεινὸς τέθηκε ἐπὶ τὴν λυχνίαν, γιὰ νὰ φωτίση ὅλους τοὺς ὑπ’ αὐτὸν πιστούς. Δὲν ποίμανε ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὸ ποίμνιό του· ἀναδείχθηκε  ὅμως πράγματι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, ὁ ὁποῖος, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος, «τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων» (Ἰωάν. ε΄11). Ἡ πίστη πρὸς τὸν Χριστό, ἡ ἀφοσίωση πρὸς τὴν Ἐκκλησία, ἡ ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα καὶ οἱ ἄλλες ἀρετὲς τοῦ Ἁγίου κίνησαν τὸν ζῆλο καὶ τὸν φθόνο τῶν Τούρκων. Ἔτσι, κατὰ τὸ Γραφικό «ἐνεδρεύσωμεν τὸν δίκαιον ἀφ’ ἡμῶν, ὅτι δύσχρηστος ἡμῖν ἐστὶν» (Σοφία Σολομ. β΄12), ζητοῦσαν ἀφορμὴ νὰ φονεύσουν τὸν δίκαιο.

Ἡ ἀφορμὴ βρέθηκε μὲ τὸ ἐπαναστατικὸ κίνημα τοῦ ἐπισκόπου Λαρίσης (Τρίκκης) Διονυσίου τοῦ  Φιλοσόφου. Αὐτός, βλέποντας τὶς πιέσεις καὶ τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα κάθε μέρα ὑφίσταντο οἱ ὑπόδουλοι Ἕλληνες ἀπὸ τοὺς Τούρκους, καὶ συγκρίνοντας τὴν ζωή τους πρὸς τὴν ζωὴ τῶν Χριστιανῶν τῆς Εὐρώπης, ἐξήγειρε σὲ ἐπανάσταση, τὸ φθινόπωρο τοῦ 1601, τοὺς Ἕλληνες τῆς Δυτικῆς Θεσσαλίας, ἔχοντας ὡς ὁρμητήριο τὰ Τρίκαλα. Ἡ ἐπανάσταση ἐκείνη ἀπέτυχε, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων δεινῶν ἐπέφερε καὶ τὸν μαρτυρικὸ θάνατο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Φαναρίου. Τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου διήρκεσε δύο ἡμέρες, τὴν 3ην καὶ τὴν 4ην Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1601.Τὸν καιρὸ ποὺ ξέσπασε ἡ ἐπανάσταση τοῦ Διονυσίου, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Φαναρίου Σεραφεὶμ ἀπουσίαζε σὲ περιοδεία στὰ χωριὰ τῶν Ἀγράφων κηρύττοντας τὸν Σταυρωμένο Ἰησοῦ, ἐνισχύοντας καὶ νουθετώντας τὰ λογικὰ πρόβατα τῆς ποίμνης του. 

Στὶς 3 Δεκεμβρίου ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε στὸ Φανάρι, φέροντας κατὰ τὴν συνήθεια διάφορα δῶρα (πεσκέσια) πρὸς τὶς Τουρκικὲς Ἀρχὲς. Ὅμως οἱ  ἀσεβεῖς Τοῦρκοι ἀγάδες, μόλις τὸν εἶδαν, ἄρχισαν νὰ λένε: «Κι αὐτὸς μὲ τὸν Διονύσιο ἦταν· καὶ τώρα πῶς τόλμησε καὶ ἦρθε μπροστά μας;» Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, τελείως ἀθῶος, μόλις τοὺς ἄκουσε, ρώτησε «Περὶ τίνος λέγετε ταῦτα;», καὶ ἐκεῖνοι μὲ θυμὸ ἀπήντησαν: «Γιὰ σένα, ἀποστάτη καὶ προδότη...τώρα θὰ λάβης καὶ σὺ ἐκεῖνο πού σοῦ ἀξίζει, ἐκτὸς κι ἄν ἀλλάξης τὴν πίστη σου καὶ γίνης Τοῦρκος· τότε θὰ σὲ συγχωρήσουμε καὶ θὰ σὲ τιμήσουμε κιόλας».

 Ὁ Ἅγιος, τοῦ ὁποίου τὴν ψυχὴ διακατεῖχε ὁ πόθος πρὸς τὸ μαρτύριο, δὲν δείλιασε, οὔτε δελεάσθηκε ἀπὸ τὶς ἐπίγειες τιμές. «Κατ’ οὐδένα τρόπον θὰ ἀρνηθῶ τὸν Χριστόν μου· τὴν ἰδικήν σας τιμὴν οὔτε νὰ ἀκούσω θέλω», εἶπε, καὶ μὲ θάρρος ἀρνήθηκε ὅτι συμμετεῖχε εἰς τὸ κίνημα τοῦ Διονυσίου. Ὅταν ἄκουσαν αὐτὰ οἱ Τοῦρκοι, ὅρμησαν κατὰ τοῦ Ἁγίου καὶ μὲ βία οἱ ἀσεβεῖς καὶ ἀπάνθρωποι ὁδήγησαν τὸν ἀθῶο Ἱεράρχη στὸν τότε Διοικητὴ τοῦ Φαναρίου Χαμουζάμπεη, φωνάζοντας καὶ συκοφαντώντας τὸν δίκαιο καὶ λέγοντας: «Κι’ αὐτὸς ἐπαναστάτης εἶναι καὶ συνεργαζόταν μὲ τὸν καταραμένο Διονύσιο· ἐχθρὸς καὶ φοβερὸς ἀντίπαλός μας. Θάνατος στὸν προδότη». Ὁ Τοῦρκος Διοικητής, ὅταν ἄκουσε αὐτά, κάλεσε τὸν Ἀρχιεπίσκοπο καὶ προσπάθησε νὰ τὸν πείση ν’ ἀρνηθῆ τὴν πίστη του, ὑποσχόμενος συγχρόνως πολλὲς τιμές: «Σεραφείμ, ἐσὺ εἶσαι ἔξυπνος ἄνθρωπος. Ἀπορῶ πῶς τὸ ἔπαθες καὶ συμφώνησες μὲ τὸν ἀνόητο ἐκεῖνο Διονύσιο καὶ δὲν σκέφθηκες πὼς τὸ κίνημά σας, ὄχι μόνον ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐπικρατήση, ἀλλὰ θὰ στοίχιζε καὶ τὸ κεφάλι σας. Νά, πιάστηκες καὶ κινδυνεύεις νὰ τιμωρηθῆς παραδειγματικὰ μὲ φρικτὸ θάνατο. Τὸ καλὸ ποὺ σοῦ θέλω, νὰ γίνης Τοῦρκος, ἄν θέλης νὰ σοῦ χαρίσουμε τὸ κεφάλι· ἀκόμα καὶ μεγάλη θέση σοῦ δίνουμε καὶ πλούτη καὶ δόξα σοῦ ἐξασφαλίζουμε».

Ὁ Δεσπότης παρακολουθεῖ μετὰ προσοχῆς  τὰ λόγια τοῦ Διοικητῆ, ἐνῶ παραλλήλως διατηρεῖ ζωηρὰ στὸν νοῦ του τοὺς λόγους τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς τὸν Τιμόθεον: «Τὴν καλὴν παρακαταθήκην φύλαξον διὰ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ἡμῖν» (Β΄ Τιμ. α΄14). Δὲν δειλιάζει λοιπὸν οὔτε πτοεῖται ἐνώπιον τοῦ Χαμουζάμπεη, ἀλλ’ ἀπαντᾶ σύντομα καὶ σταθερά: «Ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ δὲν θ’ ἀποχωρισθῶ ποτέ. Ἀντιθέτως, μετὰ χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης θὰ δεχθῶ τὸν θάνατον χίλιες φορὲς γιὰ τὸ ὄνομά Του τὸ Ἅγιον. Δι’ αὐτὸ σφάξε, κόψε, κάμε ὅ,τι σοῦ λέγει ὁ νόμος». Δὲν προφθάνει ὁ γλυκὺς τὴν ὄψη νὰ τελειώση τοὺς λόγους καὶ ὁ αἱμοβόρος καὶ ἄδικος ἐκεῖνος κριτὴς προστάζει νὰ τὸν δείρουν καὶ νὰ τοῦ κόψουν κομμάτια τὴν μύτη.

Καὶ τὰ δύο αὐτὰ μαρτύρια ὑπομένει ὁ Ἅγιος, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ὄχι ἁπλῶς ἀγογγύστως ἀλλὰ εὐχαριστώντας καὶ εὐλογώντας τὸν Θεό. Ἡ μαύρη ψυχὴ τοῦ Τούρκου Διοικητῆ δὲν ἱκανοποιεῖται. Ἐκδίδει λοιπὸν νέα διαταγή: «Ρίξτε τον στὸ μπουντρούμι, μωρὲ, κι ἀφῆστε τον ἐκεῖ χωρὶς ψωμί, χωρὶς νερό, ἴσως καὶ ἀλλάξει γνώμη». Μάταια ὅμως ὁ Χαμουζάμπεης ἐλπίζει. Αὐτὸ ἦταν ἀδύνατο νὰ γίνη, διότι οἱ  Ἕλληνες Ἱεράρχες γνωρίζουν γιατί πεθαίνουν. Ὅλη τὴν νύκτα ἐκείνη τῆς 3ης Δεκεμβρίου ὁ Ἅγιος προσεύχεται, ζητώντας ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἐνισχύση στὸ μαρτύριο· καὶ γονυπετής ἔλεγε: «Μεσίτευσον, Δέσποινα, πρὸς τὸν Υἱόν Σου».

Τὴν ἄλλην ἡμέρα, 4η Δεκεμβρίου, ὁ Χαμουζάμπεης, ἀφοῦ κάθισε καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ θρόνου, κάλεσε τὸν Σεραφεὶμ ἐκ νέου, γιὰ νὰ τὸν συμβουλεύση, ὡς φίλος του δῆθεν τώρα: «Ἐ, Σεραφείμ, πιστεύω νὰ σωφρονίσθηκες μὲς τὴν φυλακή. Ἔλα, λυπήσου τὰ νιάτα σου καὶ πίστεψε στὸν Μεγάλο Προφήτη». Ὁ Ἅγιος μὲ φαιδρὸ πρόσωπο ἀρνεῖται νὰ ὑπακούση στὶς ἀσεβεῖς συμβουλὲς τοῦ Χαμουζάμπεη καὶ νὰ πιστέψη στὸν ψευδοπροφήτη καὶ ἀσεβῆ Μωάμεθ. Πρὶν καλὰ τελειώση τοὺς λόγους του ὁ Σεραφείμ, προστάζει ὁ Διοικητὴς νὰ τὸν δείρουν γιὰ μία ἀκόμη φορά, ἀλλὰ τώρα σφοδρότερα, καὶ ἐπὶ πλέον προσθέτει: «Τανύστε του τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ βάλτε στὴν κοιλιὰ του μία μεγάλη πέτρα· χωρὶς καμία λύπη κατακόψτε καὶ ξεσχίστε τὶς σάρκες του». Ὁ Ἅγιος ὑφίσταται ἀγογγύστως ὅλα τὰ ἀνωτέρω μαρτύρια καὶ, ὅπως ἦταν φυσικό, κατόπιν τῆς φοβερῆς αἱμορραγίας, διψᾶ˙ ἀλλά, καθ’ ὅν τρόπο δίψασε ὁ Κύριος καὶ «ἔδωκαν εἰς τὴν δίψαν αὐτοῦ χολὴν καὶ ὄξος», τοιουτοτρόπως καὶ τώρα ποτίζουν τὸν βαρέως αἱμορραγοῦντα Ἀρχιεπίσκοπο λασπῶδες νερὸ μετὰ χολῆς ἀναμεμειγμένο. Τοῦτο ὁ Ἱερομάρτυρας Σεραφεὶμ τὸ δέχθηκε μὲ μεγάλη χαρά, διότι τοῦ ὑπενθύμιζε τὸ ὄξος καὶ τὴν χολὴ τῶν σταυρωτῶν τοῦ Κυρίου, τὸν Ὁποῖον ἀξιώθηκε νὰ μιμηθῆ. Ἀλλὰ ἡ χαρὰ ἐκείνη ἐξόργισε ἀκόμη περισσότερο τὸν Διοικητή, ὁ ὁποῖος γιὰ μία στιγμὴ αἰσθάνεται «τὸ αἷμα του νὰ ἀνεβαίνη στὸ κεφάλι», ὅπως συνήθως λέμε, καὶ δίνει τὴν τελευταία του ἐγκληματικὴ διαταγή: «Σουβλίστε τον».

Δέσμιος πλέον, ὡς «πρόβατον ἐπὶ σφαγήν» ὁδηγεῖται ὁ ἀθῶος Ἱεράρχης στὴν τότε ἀγορὰ τοῦ Φαναρίου καὶ κοντὰ σ’ ἕνα κυπαρίσσι, ὅπου σήμερα βρίσκεται μεγαλοπρεπὴς Ναὸς ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἁγίου, ὑφίσταται τὸν ὑπεράνω πάσης περιγραφῆς μαρτυρικὸ θάνατο. Καθὼς ὁ πρᾶος Σεραφεὶμ προχωροῦσε πρὸς τὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου, μία Ἀράπισσα, «μελανωτέρα εἰς τὴν ψυχὴν παρὰ εἰς τὸ σῶμα», ὅπως χαρακτηριστικὰ γράφει ὁ συγγραφέας  τοῦ Μαρτυρολογίου, στηριζόταν σ’ ἕναν τοῖχο πάνω ἀπὸ τὴν βρύση  «Λουτρόν». Μόλις εἶδε τὸν Ἅγιο, ἄρχισε νὰ τὸν βρίζη μὲ αἰσχρὲς καὶ ἀτιμωτικές φράσεις. Ὁ Ἱερομάρτυρας ὅμως, μιμούμενος καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ τὸν Μεγαλομάρτυρα τοῦ Γολγοθᾶ, ὁ ὁποῖος προσευχόταν ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς σταυρωτές του λέγοντας «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. κγ΄ 34), δὲν εἶπε τίποτα κατὰ τῆς ἀσεβοῦς καὶ ἄπιστης ἐκείνης γυναίκας· ἁπλῶς ἔρριξε ἐπάνω της μόνο ἕνα βλέμμα οἴκτου. Καὶ -ὤ τοῦ θαύματος!- ἐστράφη ἀμέσως τὸ κεφάλι της πρὸς τὰ πίσω, ἔμεινε δὲ στὴν κατάσταση αὐτὴ ἐπὶ δέκα πέντε ὁλόκληρα χρόνια.

Λίγα λεπτὰ τῆς ὥρας χωρίζουν τὸν Ἱερομάρτυρα ἀπὸ τὸ φρικτὸ τοῦ σουβλισμοῦ μαρτύριο. Γι’ αὐτὸ προσεύχεται θερμότερα. Ὅταν ἔφθασε στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφείμ,  σουβλίσθηκε ἀπὸ τοὺς ἄσπλαχνους καὶ σκληροὺς Τούρκους,  παρέδωσε δὲ τὴν ἁγία του ψυχὴ στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τὸ πρόσωπό του ἔλαβε ὄψη μεγαλειώδη. Ὁ Τοῦρκος Διοικητὴς, θέλοντας καὶ μὲ τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου νὰ τρομοκρατήση τοὺς χριστιανοὺς, διέταξε νὰ μείνη ἐκτεθειμένο πολλὲς ἡμέρες. Ἀλλά, «ὅπου Θεὸς βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις». Τὸ σῶμα δὲν ἔπαθε ὅ,τι συνήθως  παθαίνουν τὰ νεκρὰ σώματα, δηλαδὴ οὔτε διογκώθηκε, οὔτε δυσοσμία ἐξέπεμπε, ἀλλὰ ἀντιθέτως διατήρησε τὴν φυσική του κατάσταση καὶ εὐωδίαζε, προκαλώντας τὸν θαυμασμὸ ὅλων ὅσοι περνοῦσαν ἀπὸ ἐκεῖ· οἱ δὲ Χριστιανοὶ χαίρονταν καὶ δόξαζαν τὸν Θεὸ γιὰ τὸ γεγονὸς αὐτό. Ἕνα μόνον τοὺς λυποῦσε: ὅτι δὲν ἐπέτρεπαν σ’ αὐτοὺς νὰ λάβουν τὸ πολυβασανισμένο ἐκεῖνο σῶμα καὶ νὰ τὸ θάψουν, διότι ὁ Χαμουζάμπεης τοποθέτησε σκοποὺς γιὰ νὰ τὸ φυλάγουν ἡμέρα καὶ νύκτα.
Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες ὅμως κόπηκε ἡ μακαρία κεφαλὴ τοῦ Ἁγίου κατὰ διαταγὴ τοῦ Διοικητῆ καὶ στάλθηκε στὰ Τρίκαλα μαζὶ μὲ τὶς κεφαλὲς δυὸ ἄλλων ἐπαναστατῶν. Ἐκεῖ, στὸ μέσον της πλατείας τῆς πόλεως, στήθηκαν τὰ κεφάλια σὲ κοντάρια μὲ τὸ  μέτωπο δυτικά. Ἀλλὰ, ἐνῶ τὰ κεφάλια τῶν ἄλλων ἔμειναν ἀκίνητα, τὸ κεφάλι τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ βρέθηκε τὸ πρωὶ στραμμένο πρὸς τὴν Ἀνατολή· τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονὸς ἐπαναλήφθηκε ἐπὶ ἡμέρες.

Κατὰ θεία οἰκονομία τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες βρέθηκε στὰ Τρίκαλα ὁ Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Δουσίκου, ὁ ὁποῖος, ὅταν εἶδε μὲ τὰ μάτια του τὸ θαῦμα, ἀποφάσισε νὰ βρῆ τρόπο καὶ νὰ πάρη στὸ Μοναστήρι του τὴν εὐλογημένη ἐκείνη κεφαλή, γιὰ νὰ τὴν ἔχη ὡς θησαυρὸ πολύτιμο.
Τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου δὲν βρέθηκε, διότι ρίχθηκε κάπου κάτω ἀπὸ τὸ Βυζαντινὸ Φρούριο τοῦ Φαναρίου, ὅπως διασώζει ἡ παράδοση τῶν Φαναριωτῶν. Πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια μερικὰ ἁγνὰ Φαναριωτόπουλα ἔβλεπαν ἐπὶ συνεχῆ ἔτη κατὰ τὴν νύκτα τῆς 3ης πρὸς τὴν 4ην Δεκεμβρίου, τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου, φωτεινὴ στήλη ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ φθάνη στὴν γῆ, βόρεια τοῦ φρουρίου κοντὰ στὸ τζαμί. Ἀλλά,  ὅταν πήγαιναν ἐκεῖ, τὸ φῶς ἔσβηνε. Γι’ αὐτὸ, πρὶν μποῦν τὰ θεμέλια τοῦ Ναοῦ, ἔγιναν ἀνασκαφὲς στὸν χῶρο ἐκεῖνο, μήπως βροῦν τὸ μαρτυρικό τοῦ Ἁγίου σῶμα. Δυστυχῶς δὲν βρέθηκε, ὅπως δὲν βρέθηκαν καὶ τόσων ἄλλων μαρτύρων τὰ σώματα. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν σώθηκε τὸ ἅγιο λείψανο τοῦ Σεραφεὶμ, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ σωθῆ ἡ Ἁγία του Κάρα.

Καὶ νὰ, ὁ καλὸς Θεὸς παρουσίασε στὸν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς τοῦ Δουσίκου ἕναν Ἀλβανὸ χριστιανό, στὸν ὁποῖο ὑποσχέθηκε 50 γρόσια, γιὰ νὰ πάρη τὴν θαυματουργὸ κάρα τοῦ Ἁγίου. Πράγματι, παραφύλαξε τὴν νύκτα καὶ περίπου τὰ ξημερώματα, ὅταν εἶδε τοὺς φύλακες νὰ παραδίδωνται στὸν ὕπνο, πῆγε καὶ ἅρπαξε τὴν κάρα τοῦ Ἁγίου. Ἀλλὰ, ἐπειδὴ ἀφ’ ἑνὸς μὲν βιάσθηκε καὶ ἀφ’ ἑτέρου φοβήθηκε, ἄφησε τὸ κοντάρι καὶ ἔπεσε. Ὁ θόρυβος ξύπνησε τοὺς φύλακες, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἀντιλήφθηκαν τὸ γεγονός, ἔτρεξαν νὰ συλλάβουν τὸν Ἀλβανὸ χριστιανό. Ἐκεῖνος τότε, κινούμενος ἀπὸ ζῆλο καὶ  ἀποβλέποντας στὰ χρήματα, κράτησε ἀπὸ τὰ μαλλιὰ τὴν ἁγία κάρα καὶ ἄρχισε νὰ τρέχη, ἐνῶ πίσω του ἔτρεχαν ἐξοργισμένοι οἱ φύλακες. Ὅταν ἔφθασε στὴ γέφυρα τοῦ Πηνειοῦ, στὸν Καραβόπορο, βλέποντας τοὺς Γενίτσαρους νὰ πλησιάζουν, ἔρριξε  τὴν κάρα στὸ ποτάμι γιὰ νὰ σωθῆ καὶ ἀνάγκασε τοὺς στρατιῶτες νὰ ἐπιστρέψουν ἄπρακτοι.

Κάτω ἀπὸ τὴν γέφυρα στὸν Καραβόπορο, δύο ψαράδες ἔχουν τοποθετήσει ἀπὸ τὴν μία ὡς τὴν ἄλλην ὄχθη  δίχτυα (βρόχια) γιὰ νὰ πιάσουν ψάρια. Τὸ βράδυ ὁ ἕνας ἔφυγε γιὰ τὰ Τρίκαλα καὶ ἔμεινε ὁ ἄλλος γιὰ νὰ φυλάξη τὰ δίχτυα. Ἀλλὰ -παρόδοξο θέαμα καὶ ἄκουσμα!- ἐνῶ καθόταν ἄγρυπνος, ξαφνικὰ εἶδε  φωτεινὴ στήλη νὰ ὑψώνεται μέχρι τὸν οὐρανὸ καὶ συγχρόνως ἄκουσε θαυμαστὲς ψαλμωδίες. Τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅπως ἦταν φυσικό, προξένησε σὲ αὐτὸν πολὺ φόβο καὶ ἔμεινε ἄυπνος ὅλη τὴν νύκτα στὴν κουφάλα ἑνὸς δένδρου. Μόλις ἀντίκρισε τὸ φῶς τῆς νέας ἡμέρας, ἔτρεξε στὴν πόλη καὶ ἔντρομος τὸ διηγήθηκε στὸν σύντροφό του. Τὴν δεύτερη νύκτα παραφύλαξαν καὶ οἱ δύο μαζί. Τὰ μάτια τους ἦταν στραμμένα στὰ δίχτυα καὶ μὲ ἀγωνία ἀνέμεναν νὰ δοῦν ἐὰν καὶ αὐτὴ τὴν νύκτα θὰ ἐπαναλαμβανόταν τὸ ἴδιο· καὶ ἐπαναλήφθηκε! Δέος τότε καὶ ρίγη συγκινήσεως τοὺς κατέλαβαν. Τώρα μὲ πρωφανῆ λαχτάρα περιμένουν τὴν ἀνατολὴ τῆς νέας ἡμέρας, ἡ ὁποία θὰ διαλεύκανε τὸ μυστήριο. Ὅταν λοιπὸν ἄρχισε νὰ ροδίζη ἡ ἀνατολή, μὲ πολὺ φόβο πλησιάζουν στὸ μέρος ἐκεῖνο. Ξαφνικὰ ὁ φόβος φεύγει καὶ τὸν διαδέχεται ἡ χαρά, διότι βρίσκουν τὴν τιμία κάρα μπλεγμένη στὰ δίχτυα. Μὲ εὐλάβεια τὴν ἀποσποῦν ἀπὸ τὰ δίχτυα καὶ τὴν πηγαίνουν στὸ Μοναστήρι τοῦ Δουσίκου, ἐνῶ εὐτυχὴς ὁ Ἡγούμενος σκιρτᾶ ἀπὸ χαρὰ καὶ εὐχαρίστως τοὺς δίνει τὰ 50 γρόσια.

Πέρασαν ἀπὸ τότε περίπου ἕξι μῆνες. Ἔγινε γνωστὴ ἡ εὕρεση τῆς τιμίας κάρας καὶ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Κορώνης. Οἱ μοναχοί τῆς Μονῆς ἔστειλαν ἀμέσως τὸν Ἡγούμενο μὲ τὸν προεστὸ τοῦ Νεοχωρίου Παναγιώτη Κουσκουλᾶ, γιὰ νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Μονὴ Δουσίκου τὴν Ἁγίαν Κάρα τοῦ κοινοβιάτου καὶ ἄλλοτε Ἡγουμένου αὐτῶν Ἁγίου Σεραφείμ. Ὅταν ἔφθασασν στὰ Τρίκαλα, κατὰ θεία πάλι οἰκονομία βρῆκαν τὸν Μητροπολίτη Λαρίσης Θεωνᾶ, τὸν ὁποῖον παρακάλεσαν νὰ μεσολαβήση. Αὐτὸς  εὐχαρίστως μεσολάβησε νὰ λάβη ἡ Ἱερὰ Μονὴ Κορώνης ἀπὸ τὴν Ἱερὰν Μονὴν Δουσίκου τὴν τιμίαν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σεραφεὶμ κεφαλή, ἀφοῦ καταβάλη τὰ 50 γρόσια, ὅσα εἶχε ξοδέψει γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήση. Ἔτσι καὶ ἔγινε· ἔλαβαν τὴν ἁγία κεφαλὴ μὲ μεγάλη χαρά, καὶ τὴν πῆγαν στὴν Μονὴ Κορώνης, ὅπου τὴν τοποθέτησαν σὲ κατάλληλο  κιβώτιο.Ὅσοι μὲ πίστη προσέρχονται καὶ ἐπικαλοῦνται τὴν βοήθεια τοῦ Ἁγίου, ἀπαλλάσσονται ἀπὸ κάθε εἴδους νόσημα.

Πηγή Συναξαριστή: Κείμενο Ιεράς Μονής Κορώνης Καρδίτσας. 

2018/12/03

Σήμερον τῆς εὐδοκίας Θεοῦ τό προοίμιον


ΛΟΓΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΙΣ ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ(1669-1714)
ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΕΡΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ

«Καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ πλήρης δόξης ὁ Οἴκος Κυρίου». (Ἰεζεκ. Κεφ. μα’)

δοὺ ἡ μεγαλύτερα θυσία, ὅπου νὰ ἔγεινε πρὸς τὸν Θεόν, ἀφοῦ ἐκτίσθη ὁ κόσμος. Μαρία, ἡ ἀειπάρθενος κόρη, εἰς τὴν ἡλικίαν τριῶν χρόνων προσφέρεται νὰ ἀφιερωθῆ πρὸς τὸν Κτίστην, εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἱερουσαλήμ. Καθὼς δὲν ἐστάθη ἄλλο ἕνα τελειότερον πράγμα, ἔτσι δὲν ἐστάθη ἄλλη μία τιμιωτέρα προσφορὰ καὶ εἰς τὸν Θεὸν πλέον εὐπρόσδεκτος.

θεν, ὅταν ἐγὼ μὲ εὐλαβητικὴν θεωρίαν στοχάζομαι τὴν σεβάσμιον ταύτην εἴσοδον, φαίνεται μοὶ νὰ βλέπω ἔνδοξον ἀληθινὰ καὶ λαμπρᾶν πανήγυριν ἐδῶ κάτω εἰς τὴν γῆν, μέσα εἰς τὴν ἁγίαν πάλιν ἂλλ’ ὅμως καὶ ἄλλην ἐνδοξοτέραν καὶ λαμπροτέραν φαντάζομαι ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸν οὐρανόν, μέσα εἰς τὸν παράδεισον.

Βλέπω ἐδῶ νὰ προπορεύωνται λαμπαδηφόροι παρθένοι, πανηγυρίζουσαι χαρμασύνως τὴν ἀειπάρθενον καὶ ἐκεῖ ἀστραπομόρφων ἀγγέλων ταξιαρχίαι νὰ χορεύουσιν, ὑμνολόγουσαι φαιδρῶς τὴν ἐν σώματι καθαρωτέραν τῶν Ἀσωμάτων.

δῶ ὁ μέγας ἀρχιερεὺς ἁπλώνει τὰς εὐλαβητικᾶς χείρας καί, θεία ἐπιπνοία ἐμφορηθεῖς, εἰσάγει μέσα εἰς τὰ ἅγια των ἁγίων τὴν ἔμψυχον κιβωτὸν τοῦ ἁγιάσματος καὶ εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν ἀνοίγει τοὺς μακαρίους κόλπους ὁ προαιώνιος πατὴρ καὶ δέχεται ἐκ δεξιῶν του θρόνου τῆς θείας μεγαλειότητος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ τὴν προορισθεῖσαν μητέρα.

Διπλὴ εἶναι ἡ εἴσοδος τῆς κεχαριτωμένης Θεοπαιδός· μία μὲν ὁρατὴ ἐδῶ εἰς τὸ ἱερόν, καὶ ἄλλη νοερὰ ἐκεῖ εἰς τὰς λαμπρότητας τῶν ἁγίων καὶ διὰ τοῦτο, ἐδῶ πλήρης θείας φωτοφανείας ἀκτινοβολεῖ ὁ ναὸς τοῦ Σολομῶντος, καὶ ἐκεῖ διπλοῦν ἀστράπτει τῆς τρισηλίου θεαρχικῆς αἴγλης τὸ τρισόλβιον φῶς· ὅθεν ἴσως εἰς τοῦτο ἀφεώρα ὁ Ἰεζεκιήλ, ὅταν ἔλεγεν «καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ πλήρης δόξης ὁ οἶκος Κυρίου»· ὁ οἶκος Κυρίου, καὶ ἐπίγειος δηλαδὴ καὶ οὐράνιος.

μως ἐγώ, φιλέορτοι ἀκροαταί, δὲν θέλω σήμερον νὰ στοχασθῶ ἄλλο, οὔτε εἰς τὴν γῆν οὔτε εἰς τὸν οὐρανόν, παρὰ αὐτὴν τὴν θοοχαρίτωτον Κόρην, τὴν ὁποίαν, βλέποντας νὰ ἐμβαίνη εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, τὴν στοχάζομαι ἀληθινὰ ἕνα ἔμψυχον ναὸν τῆς Θεότητας, περὶ τοῦ ὁποίου ἠμπορῶ νὰ εἰπῶ ἀρμοδιώτερον «καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ πλήρης δόξης ὁ οἶκος Κυρίου».

Καὶ ὁ ναὸς τοῦ Σολομῶντος καὶ ὅ,τι εὐρίσκετο μέσα εἰς τὸν ναὸν ἱερὸν καὶ σεβάσμιον, ὅλα ἦτον τύπος τῶν προνομίων τῆς παρθένου Μαρίας, ἡ ὁποία ἀληθινὰ εἶναι ναὸς ἔμψυχός του Θεοῦ.

Καὶ πρώτον μὲν αὐτὸς ὁ Σολομῶν, ὁπού μεθερμηνεύεται βασιλεὺς εἰρήνης, ὁ κτίστης τοῦ ναοῦ, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν οἰκοδομὴν ἔβαλεν ὅλον του τὸν πλοῦτον καὶ σοφίαν, διὰ νὰ κάμη τὸ μεγαλοπρεπέστατον καὶ ὡραιότατον ἔργον, ὁπού νὰ ἐφαίνετο εἰς τὴν γῆν, εἶναι εἰκὼν τοῦ οὐρανίου δημιουργοῦ καὶ παμβασιλέως Θεοῦ, ὁπού λέγεται ἐν ταῖς Γραφαῖς «ἄρχων εἰρήνης», ὁπού, δὰ νὰ πλάση τὴν παρθένον Μαρίαν, ἐπεχειρίσθη ὅλον τὸν πλοῦτον τῆς θείας τοῦ παντοδυναμίας, τῆς θείας τοῦ σοφίας, τῆς θείας τοῦ ἀγαθότητος, διὰ νὰ κάμη τὸ τελειότερον καὶ εὐγενέστερον ποίημα εἰς τὴν φύσιν τῶν ὄντων.

Αὐτὴ ἡ Παρθένος τὸ ὁμολογεῖ: «ἐποίησε μοὶ μεγαλεία ὁ δυνατός· ἐποίησε κράτος ἐν βραχίονι αὐτοῦ»· ὁπού θέλει νὰ εἰπῆ: διὰ νὰ τὴν πλάση ὁ Θεός, ἔκαμε τόσον, ὅσον ἐδύνατο νὰ κάμη ἕνας Θεὸς παντοδύναμος. Τὴν ἔπλασε μὲ ἕνα κάλλος σωματικόν, ὁπού παραβαλλόμενον, αὐξάνει πολὺ αὐτὸ τὸ κάλλος τῶν ἄυλων πνευμάτων. Μὲ μίαν ψυχήν, σκεῦος δεκτικὸν ὅλων ὁμοὺ τῶν ὑπερφυῶν χαρισμάτων τοῦ πνεύματος·

Μὲ ἕνα νοῦν, φωτισμένον πρὸς τὴν γνῶσιν τῆς ἀληθείας, μὲ ὄλας τὰς ἀκτίνας τῶν θείων ἐκλάμψεων. Μὲ θείαν θέλησιν, ἀναμμένην πρὸς τὴν ἔφεσιν τοῦ ἀγαθοῦ, μὲ ὄλας τὰς φλόγας τοῦ θείου ἔρωτος, ὁπού ἐστάθη ἀκατάπαυστα ἐνεργοῦν καὶ συνεργοῦν τὸ πανάγιον Πνεῦμα. Ὁ Ἱερὸς Αὐγουστίνος ὀνομάζει τὴν πλάσιν τῆς παρθένου: «ἔργον ἀϊδίου βουλῆς».

Πράγμα ἐξαίσιον ἐστάθη εἰς τὴν οἰκοδομὴν τοῦ ναοῦ διατὶ λέγει «καὶ ὁ οἶκος ἐν τῷ οἰκοδομεῖσθαι αὐτόν, λίθοις ἀκροτόμοις ὁλοκλὴροῖς ὠκοδομήθη καὶ σφύρα καὶ πέλεκυς καὶ πᾶν σκεῦος σιδήρου οὐκ ἠκούσθη», καὶ τὰ ἑξῆς. Ἀλλὰ διατὶ τόση ἔξοδος καὶ τόση ἐπιμέλεια εἰς τὴν οἰκοδομήν; διατί· καὶ τὰ ἑξῆς.

λλὰ πλέα ἐξαίσιον πράγμα ἐστάθη εἰς τὴν Παρθένον, ἡ ὁποία, ἐπειδὴ καὶ ἔμελλε νὰ εἶναι (καθὼς ψάλλει ἡ Ἐκκλησία) ὁ καθαρώτατὸς ναὸς τοῦ Σωτῆρος, τὸ ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, τὸ κατοικητήριον τῆς σεσαρκωμένης Θεότητος, τὸ ἔμψυχον παλάτιον τοῦ οὐρανίου Βασιλέως, ἦτον καὶ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ τὴν ψυχήν -λεγει ὁ θεολόγος- προετοιμασμένη, προκαθαρμένη, τετελειωμένη, κεχαριτωμένη.

«Ἄνθρωπος Θεὸς κυηθεῖς ἐκ Παρθένου, καὶ ψυχὴν καὶ σάρκα προκαθαρθείσης τῷ Πνεύματι»· εἰς τρόπον ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία, ὅταν ἔγεινεν ἀπὸ τὸν Θεόν, ὑπερέβη τὴν φύσιν τοῦ νόμου, καὶ ὅταν ἐγέννησε τὸν Θεόν, ὑπερέβη τὸν νόμον τῆς φύσεως.

ννέα πράγματα ἦτον μέσα εἰς τὸν ναὸν τοῦ Σολομῶντος, τὰ ἱερώτερα καὶ σεβασμιώτερα· πρώτον ἡ Ἑπτάφωτος λυχνία· δεύτερον ἡ τράπεζα τῆς προθέσεως τῶν ἄρτων τρίτον τὸ χρυσοῦν θυμιατήριον τέταρτον, ἡ στάμνος ἡ χρυσή, ὅπου εἶχε τὸ μάννα· πέμπτον, αἳ πλάκες τῆς Διαθήκης, ὅπου ἦτον γραμμένος ὁ δεκάλογος· ἕκτον, ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρῶν, ὅπου ἐβλάστησεν ἕβδομον, ἡ κιβωτός· ὄγδοόν τα Χερουβίμ, ὅπου ἐπεσκίαζον τὸ Ἰλαστήριον καὶ ἔννατον τὰ ἅγια των ἅγιων ὅλα τύπος, ὅλα αἰνίγματα καὶ σκιαὶ τῶν προνομίων τῆς Θεομήτορος.

Αὐτὴ ἦτον ὄντως ἡ ἑπτάφωτος λυχνία τῶν ἑπτὰ χαρισμάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος, μὲ τὰ ὁποῖα ἔλαμπε — λέγει ὁ μέγας Ἀθανάσιος — ἀπὸ τοὺς πρώτους χρόνους τῆς ἡλικίας. Αὐτὴ ἦτον ἡ ζωηφόρος τράπεζα τοῦ ἄρτου τῆς ζωῆς. Αὐτὴ τὸ χρυσοῦν θυμιατήριον ὅπου ἐκράτησεν ἀφλέκτως τὸ πῦρ τῆς Θεότητος. Αὐτὴ ἡ στάμνος ἡ χρυσή, ὁπού ἐβάσταξε τὸ οὐράνιον μάννα. Αὐτὴ ἡ πλάκα, ὁπού ἔφερε σωματούμενον τὸν ἐνυπόστατον Λόγον.

Αὐτὴ ἡ ράβδος, ὅπου ἐβλάστησε παραδόξως τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας. Αὐτὴ ἡ κιβωτός, ὁπού ἔσωσεν ἐκ τοῦ κατακλυσμοῦ τῆς ἁμαρτίας τὸ ἀνθρώπινον γένος. Αὐτὴ τὸ θεῖον ἰλαστήριον, ὁπού ἐπεσκίαζεν, ὄχι τὰ Χερουβίμ, ἂλλ’ αὐτὴ ἡ δύναμις τοῦ Ὑψίστου. Αὐτὴ ἡ θεοδόχος γαστήρ, τὰ ὄντως ἅγια των ἁγίων, ὁπού ἅπαξ εἰσῆλθεν ἀσπόρως καὶ ἐξῆλθεν ἀφθόρως ὁ ἀθάνατος Ἀρχιερεύς, ὅταν ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο.

Καὶ ἰδοὺ ἡ Παρθένος Μαρία, ναὸς ἔμψυχός του Θεοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπροεικόνιζε τυπικῶς ἐκεῖνος τοῦ Σολομῶντος· ὅθεν καὶ ἡ δόξα ἐκείνη, ὁπού ἐπλήρωσε μετὰ τὴν καθιέρωσιν τὸν ναὸν τοῦ Σολομῶντος, αἴνιγμα μόνον ἀμυδρὸν ἦτον τῆς ἀπειρουσίου δόξης, ὁπού ἐπλήρωσε τὴν Θεομήτορα, περὶ τῆς ὁποίας προφητικῶς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον προανεφώνησεν «καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ πλήρης δόξης ὁ οἶκος Κυρίου».

Διατί, τριῶν χρόνων οὖσα ἡ Παρθένος, εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, εἰς τοὺς τρεῖς χρόνους, γνωρίζεται τὸ μέγεθος τῆς ἡλικίας τοῦ ἀνθρώπου, ὅστις, ὅσος εἶναι εἰς τοὺς τρεῖς χρόνους, δύο φοραῖς τόσον ἀκόμη αὐξάνει καὶ ὄχι περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον τὸ σημειώνει ὁ μέγας Βασίλειος εἰς τὴν ἑξαήμερον: «ὅσος ἐν τῇ τριετία, δὶς τοσοῦτος ἔσται».

Τριῶν χρόνων ἦτον ἡ Παρθένος καὶ εἶχε τόσην ἁγιότητα ὁπού ἐνομίσθη ἀξία νὰ εἰσέλθη εἰς τὰ ἅγια των ἁγίων, ὅπου δὲν εἰσέβαινε τινὰς ἄλλος, παρὰ μόνος ὁ Ἀρχιερεύς, καὶ τοῦτος μίαν φορᾶν τὸν χρόνον λοιπὸν ἀπὸ τοῦτο ἀπεικάζομεν, πὼς ἡ Παρθένος μὲ τὸν καιρὸν ἔμελλε νὰ αὐξήση δύο φοραῖς τόσον ἀκόμη εἰς τὴν ἁγιότητα, ἤγουν, καθὼς οὖσα τριῶν χρόνων ὑπερέβαινεν εἰς τὴν ἁγιότητα ὅλους τους δικαίους καὶ προφήτας καὶ πατριάρχας τοῦ παλαιοῦ νόμου· ἔτσι ἔμελλε νὰ αὐξήση ἄλλο τόσον εἰς τὴν ἁγιότητα, ἄλλο τόσον νὰ ὑπερέβη ὅλους τους Ἀποστόλους καὶ μάρτυρας καὶ ὁσίους καὶ διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας· Καὶ πάλιν ἄλλο τόσον νὰ ὑπερέβη ὅλους καὶ Ἀγγέλους καὶ Ἀρχαγγέλους καὶ Σεραφεὶμ καὶ Χερουβεὶμ τοῦ οὐρανοῦ.

θεν, ἂν τριῶν χρόνων ἔφθασεν ἕως εἰς τὰ ἅγια των ἁγίων του ναοῦ, ἕως τέλους θέλει φθάσει ἕως εἰς τὰ ἅγια των ἁγίων του παραδείσου. Ἕως δηλαδὴ εἰς αὐτὸν τὸν θρόνον τῆς τρισηλίου Θεότητος. Καὶ ἐδῶ ἀληθινὰ τὴν προεῖδεν ἀνεβασμένην ὁ προφητάναξ Δαυίδ: «παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου»· καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σωστὸν μέγεθος τῆς ἁγιότητας, ὁπού ἔλαβεν ἡ Παρθένος, ὁ ἔμψυχος ναὸς τοῦ Θεοῦ πλήρης χάριτος ἐδῶ εἰς τὴν γῆν, πλήρης δόξης εἰς τὸν οὐρανὸν «καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ πλήρης δόξης ὁ οἶκος Κυρίου».

λλὰ ἐσύ, δεδοξασμένη Παρθένε, ἐσὺ ἐμβαίνεις σήμερον εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ, ὁ ἔμψυχος ναὸς τοῦ Θεοῦ· ἐμβαίνεις εἰς τὰ ἅγια των ἁγίων, τὸ ἠγιασμένον σκήνωμα τοῦ Ὑψίστου· ἐμβαίνεις εἰς τὸ ἰλαστήριον τοῦ Κυρίου, ὁ ἱλασμὸς τῶν ψυχῶν ἠμῶν καὶ ἠμεῖς, ὡσὰν αἳ λαμπηδοφόροι Παρθένοι, μὲ καρδίας ἀναμμένος ἀπὸ εὐλάβειαν, σὲ δορυφοροῦμεν νοερῶς καὶ πανηγυρίζομεν ἐν ἀγαλλιάσει πνευματική τα ἔνδοξά σου εἰσόδια.

2018/11/30

Η ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΤΗΣ ΜΑΝΔΡΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ (+1927)


Η ΖΗΛΩΤΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΩΝ 


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ. ΗΧΟΣ Δ'
Η αμνάς σου Ιησού, κράζει μεγάλη τη φωνή. Σε Νυμφίε μου ποθώ, και σε ζητούσα αθλώ,
 και συσταυρούμαι και συνθάπτομαι τω βαπτισμώ σου· και πάσχω δια σε, ως βασιλεύσω συν σοι, 
και θνήσκω υπέρ σου, ίνα και ζήσω εν σοι· αλλ’ ως θυσίαν άμωμον προσδέχου την μετά πόθου τυθείσάν σοι.
 Αυτής πρεσβείαις, ως ελεήμων, σώσον τας ψυχάς ημών.

16 by on Scribd


15 by on Scribd


2018/11/28

ΤΑ ΟΝΟΜΑΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡΩΘΙΕΡΑΡΧΟΥ ΜΑΣ


Πολυχρόνιον ποίησαι Κύριος ο Θεός 
τον Πανιερώτατον και Πατέρα ημών, 
Μητροπολίτην Θηβών και Λεβαδείας
 και Πρόεδρον της Ιεράς Συνόδου ημών
κύριον κύριον Χρυσόστομον. 
Κύριε, φύλαττε Αυτόν εις πολλά έτη.
ΕΙΣ ΠΟΛΛΑ ΕΤΗ ΔΕΣΠΟΤΑ!

Τη Δευτέρα 13/26 Νοεμβρίου, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία μας τιμά τον Άγιο Πατέρα Ιωάννη τον Χρυσόστομο, εορτάζει ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Τοποτηρητής της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Γ.Ο.Χ. Αθηνών και Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Ακαινοτομήτου Εκκλησίας της Ελλάδος. Εφέτος ο Σεπτός Πρωθιεράρχης της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ελλάδος είχε την χαρά να τον συνοδεύουν και οι ευχές της υπό τον Σεβ/το Μητροπολίτη Κισινάου κ. Αδριανού Ιεράρχίας της αδελφής Εκκλησίας της Ρωσίας.
Ανήμερα της εορτής του Χρυσορρήμονος τελέστηκε πανηγυρική, Πολυαρχιερατική Θεία Λειτουργία στην έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Θηβών, τον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίων Ταξιαρχών Θήβας. Της Θείας Μυσταγωγία προεξήρχε ο εορτάζων Άγιος Πρόεδρος μετά των Σεβασμιοτάτων Μητροπολιτών Φθιώτιδος κ. Ιγνατίου και Αττικής και Μεγαρίδος κ. Κοσμά (του Σεβ/του Μεσσηνίας κ. Ιακώβου περιοδεύοντος ποιμαντικώς στην Αμερική), βοηθούμενοι υπό των Ιερομονάχων π. Αυγουστίνου, π. Ευθυμίου, π. Βησσαρίωνος και του Ιεροδιακόνου π. Αθανασίου.
Προσήλθε πλήθος πιστών κυρίως από την Αττικοβοιωτία αλλά και από άλλες περιοχές, παρά το εργάσιμο της ημέρας. Οι πιστοί είχαν την ευλογία να ασπαστούν πλείστα ιερά Λείψανα Αγίων που ήταν εκτεθειμένα προς προσκύνηση ήδη από την εορτή των Αγίων Ταξιαρχών. Επίσης παρέστησαν αντιπροσωπείες Ιερών Μονών.
Προ της Θείας Λειτουργίας τελέστηκε η ευλόγηση των Άρτων ενώ τον Θείο Λόγο κήρυξε ο Σεβ/τος Μητροπολίτης Αττικής κ. Κοσμάς, αναφερθείς στην ζωή του Αγίου Ιωάννου Χρυσόστόμου. Υποδειγματική υπήρξε και η διακονία των Ιεροψαλτών στα αναλόγια από διάφορες ενορίες, δίνοντας πανηγυρικό τόνο και εντείνοντας στην πνευματική ανάταση των πιστών.
Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας ο Πανιερώτατος Πρωθιεράρχης της Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ευχαρίστησε τους πιστούς για την προσέλευση τους και τις ευχές τους. 
Ο Σεβασμιότατος Φθιώτιδος κ. Ιγνάτιος ευχήθηκε εκ μέρους της Ιεράς Συνόδου να υπομένει και να διδάσκει το λογικό Ποίμνιο ως σύγχρονος Χρυσόστομος.  Οι χοροί των αδελφών και πατέρων έψαλλαν τον "Πολυχρόνισμό" του Αγίου Προέδρου και ο  Πανιερώτατος Πρωθιεράρχης διένειμε το αντίδωρο, δεχόμενος τις εγκάρδιες ευχές των πιστών. Τέλος, οι πιστοί δέχθηκαν την φιλοξενία των Θηβαίων αδελφών ενώ προσφέρθηκε και Τράπεζα για τους Πατέρες και τους πιστούς που προσήλθαν από μακριά.






ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΡΣΙΝΟ ΕΟΡΤΑΣΜΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

2018/11/25

ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ


300 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΑ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ
ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΠΙΣΤΩΝ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ (11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1718)



ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΗ (ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ) ΤΟΥ ΑΟΙΔΙΜΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΗ (10/2/1760)

Ο Ἀνδρέας, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τῶν Ἑνετῶν Πιζάνη, ἦταν Ἔπαρχος (Ἁρμοστὴς) τῆς Κερκύρας μετὰ ἀπὸ τὴν τελευταίως γενομένη πολιορκία τῆς Νήσου ἀπὸ τὶς δυνάμεις τῶν Ἀγαρηνῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν. Αὐτὸς σχεδίασε κατὰ νοῦν νὰ χτίσῃ μέσα στὸν περιώνυμο Ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος τοῦ θαυματουργοῦ ἀλτάρι* Λατινικὸ (altare - altarium = βωμός, ἁγία τράπεζα) καὶ ἐπάνω σ᾿ αὐτὸ νὰ τοποθετήσῃ ὁριστικὰ τὸ θαυματουργὸ Λείψανο, ἐπειδὴ πίστευε πὼς μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ οἱ Λατῖνοι θὰ ἀποκτοῦσαν μὲν δικαίωμα, ὥστε ἐξουσιαστικῶς νὰ τιμοῦν καὶ νὰ δοξάζουν τὸν Ἅγιο, στὴν πραγματικότητα ὅμως ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦσαν νὰ τὸ κατάσχουν καὶ νὰ τὸ κάνουν δικό τους, ὅπως ἔκαναν καὶ γιὰ τὰ περισσότερα τῶν ἱερῶν Κειμηλίων, γιὰ τὰ ὁποῖα ἡ ᾿δική μας Ἐκκλησία ἐξόχως κἄποτε σκιρτοῦσε ἀπὸ χαρὰ καὶ μ᾿ αὐτὰ ἐκοσμεῖτο. Ὅπως ὅμως ἐγὼ ἄκουσα ἀπὸ κἄποιον ἄνδρα, ποὺ ἦταν σὲ θέσι νὰ τεκμηριώσῃ ἐμφανέστατα μιὰ ὑποψία ποὺ ὑπῆρχε στὰ ἐνδόμυχα τῆς ψυχῆς τῶν πιστῶν, ἀλλὰ δὲν ἔφθανε στὰ χείλη των, ἦταν νὰ κλέψουν αὐτὸ ποὺ γιὰ ᾿μᾶς ἀποτελοῦσε πολύτιμο θησαυρὸ καὶ νὰ τὸ μετακομίσουν στὴν Βενετία, γιὰ νὰ ἀποβῇ προστασία καὶ σέμνωμα ὄχι τυχαῖο καὶ σύνηθες καὶ στολίδι ἀπαράμιλλο τῆς ἀριστοκράτισσας ἐκείνης πόλεως.

Ἔφθασε λοιπὸν ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ σχέδιό του ὁ Κυβερνήτης, καὶ ᾿πήγαινε λοιπὸν πρὸς τὸν Ναό, ὅταν ὁ ἥλιος ἔκλινε πρὸς τὴν δύσι του, περιστοιχούμενος ἀπὸ τὴν συνηθισμένη φρουρά του, καὶ ἔθεσε σὲ ἐνέργεια αὐτὰ ποὺ εἶχε στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδιά του, τὰ ὁποῖα ὅμως ποτὲ δὲν θὰ ἐπραγματοποιοῦντο. ᾿Πήγαινε δὲ γιὰ νὰ προσκυνήσῃ δῆθεν τὴν χαριτόβρυτο Λάρνακα, καὶ τάχα γιὰ νὰ σχεδιάσῃ τὰ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ ἀλταρίου* μέσα στὸν Ναό· ἦταν δὲ κοντά του καὶ ὁ ἀρχιτέκτων, καὶ ἔγιναν πολλὲς προτάσεις καὶ κινήσεις μέσα στὸν Ναὸ ποὺ εἶχαν σχέσι καὶ μὲ τὴν θέσι τῆς Λατινικῆς τραπέζης καὶ γιὰ τὰ μέτρα καὶ γιὰ τὸ σχῆμα καὶ γιὰ τὴν ὁριστικὴ ἐπάνω σ᾿ αὐτὴ τοποθέτησι τοῦ ἱεροῦ Λειψάνου. Οἱ δὲ δικοί μας, τόσο οἱ ἐπίσημοι κληρικοὶ ὅσο καὶ οἱ προὔχοντες λαϊκοί, ἐπειδὴ ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ἠδικοῦντο, ᾿φώναζαν καὶ παρεπονοῦντο, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ θερμὰ παρακαλοῦσαν νὰ διασωθοῦν τὰ ἀρχαῖα προνόμιά τους καὶ νὰ μὴ δεσμευθῇ κἄτι καὶ μετακινηθῇ ἀπὸ τὰ ἐπικρατοῦντα ἔθιμά τους, καὶ μάλιστα ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν ἐκκλησία. Τίποτα ὅμως δὲν κατώρθωναν, διότι οὔτε ὅλως ἀναλλοίωτα τὰ ἱερά τους προνόμια ᾿νόμιζε πὼς ἔπρεπε νὰ πεισθῇ νὰ ἀφήσῃ ὁ Κυβερνήτης, οὔτε ᾿σκεφτόταν νὰ ὑποχωρήσῃ σὲ κἄτι μικρὸ ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ εἶχε στὴν πρόθεσί του, ὁπότε τράπηκαν πρὸς τὸν Θεὸ « ἐκχύσαντες ἐνώπιόν Του τὴν δέησί τους, ὅπως λέγει ὁ ψαλμικὸς στίχος, καὶ τὴν θλῖψι τους ἐνώπιον Αὐτοῦ ἀπαγγέλλοντες » [« ἐκχεῶ ἐνώπιον Αὐτοῦ τὴν δέησίν μου, τὴν θλῖψιν μου ἐνώπιον Αὐτοῦ ἀπαγγελῶ» (Ψαλμ. ριδ´ 2)], συγχρόνως δὲ καὶ τὸν θαυματουργὸ Ἅγιό τους θερμὰ ᾿ζητοῦσαν νὰ τοὺς βοηθήσῃ καὶ μὲ δάκρυα τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μὴ παρίδῃ τὴν ἐκκλησία του, μέσα στὴν ὁποία τόσο πολὺ τὸ ὄνομά του ἔχει ἐπικληθῇ καὶ ἡ ὁποία μὲ τὸ πρόσχημα τῆς τιμῆς τόσο βάναυσα ὑβρίζεται, οὔτε νὰ ἀνεχθῇ τῆς Λατινικῆς λειτουργίας τὸ καινοτόμημα.

Kαὶ ἐνῷ αὐτὰ συνέβαιναν, ἐπῆλθε νύχτα ἐκείνη, ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε στὴν ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία ἑορτάζεται, ἀπὸ ἐμᾶς μνήμη τῶν τριῶν Ἁγίων Μαρτύρων, Μηνᾶ, Βίκτωρος καὶ Βικεντίου (11 Νοεμβρίου). Καὶ κατὰ τὰ μεσάνυχτα, ἐνῶ πολὺ ᾿λίγο καὶ ἥσυχα ᾿ψιχάλιζε, ἔξαφνα ἀκούσθηκε ἐκκωφαντικὴ βροντὴ καὶ ᾿ξέσπασε ἀνεμοστρόβιλος μὲ ἀστροπελέκια καὶ συγχρόνως ἔγινε σεισμὸς φοβερὸς καὶ τρομερός, ὑπερβολικὰ διαρκὴς καὶ δυνατὸς ποὺ συνετάραξε ὅλη τὴν Νῆσο, ὥστε ἐξ αἰτίας τῆς βιαιότητος τοῦ κραδασμοῦ, οἱ στηρίξεις καὶ οἱ ἀσφάλειες τῶν θυρῶν καὶ τῶν παραθύρων ἄλλες μὲν ἔσπασαν, ἄλλες δὲ πάλι ἐξουδετερώθηκαν καὶ ἔτσι τὰ σπίτια ὁλωσδιόλου ἔμειναν ἀνοιχτὰ καὶ ἀπὸ τὸ φῶς περιλάμφθηκαν, ποὺ σἂν νὰ προερχόταν ἀπὸ κάμινο ὁλοκληρωτικὰ καιομένη, ἦταν μεγάλο σὲ ποσότητα καὶ ἀδιάλειπτο σὲ διάρκεια, σὲ σύγκρισι μὲ τὸ φῶς τῆς ἀστραπῆς, ποὺ εἶναι στιγμιαῖο καὶ ἀμυδρό. Ὅλοι λοιπόν, ἀφοῦ ᾿πετάχθηκαν ἀπ᾿ τὰ κρεββάτια τους, βουβοὶ καὶ μὲ φοβισμένη τὴν ψυχὴ καὶ κατάπληκτοι, αὐτὸ τοῦτο πρῶτο ἐξέλαβαν, ὅτι ἡ γῆ μὲ τὴν φωτιὰ ἀναμείχθηκε καὶ ᾿πίστεψαν ὅτι παρουσιάσθηκε ἡ ὥρα τῆς συντελείας τοῦ κόσμου.

Ὕστερα, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ᾿βρῆκαν τοὺς ἑαυτούς των, μὲ τρεμάμενα πόδια, καὶ μὲ ὅση ᾿μποροῦσαν ταχύτητα οἱ περισσότεροι πρὸς αὐτὸν τὸν θαυματουργὸ Ἅγιο ἔσπευσαν νὰ φθάσουν τρέχοντας. Ἀφοῦ δὲ ᾿μπῆκαν στὸν Ναὸ περισσότερο ἔκθαμβοι ἔγιναν, ἐπειδὴ μὲ τὰ ἴδια τὰ μάτια τους εἶδαν τὴν ἀσημένια κανδήλα, ποὺ ἦταν ἐντυπωσιακὴ γιὰ τὸ μέγεθος καὶ τὴν ὡραιότητά της, ἀφιέρωμα τοῦ Κυβερνήτη, ποὺ μολονότι ᾿κρεμόταν μὲ σιδερένια καὶ παχειὰ ἁλυσίδα, νὰ εἶναι πεσμένη στὸ δάπεδο, καὶ συγχρόνως ἄκουσαν νὰ γίνεται εὐρὺς λόγος γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς ἀκροπόλεώς των. Διότι παραβρέθηκαν αὐτοὶ ποὺ ᾿μποροῦσαν νὰ τοὺς πληροφορήσουν, ὅτι κεραυνὸς ποὺ ρίφθηκε ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ καὶ ἔφθασε μέχρι τὶς ὑπόγειες ἀποθῆκες, στὶς ὁποῖες ἦταν ἀσφαλισμένη ἡ πυρίτιδα καὶ τὰ ἄλλα πολεμοφόδια, καὶ αὐτὰ ἀφοῦ τὰ ἄναψε ἀκαριαίως, ἀμέσως ὁλόκληρος καὶ ἀπὸ τὰ βάθη του ἀνατινάχθηκε ὁ ὑπερκείμενος λόφος, κάθε δὲ σπίτι ποὺ ὑπῆρχε σ᾿ αὐτόν, κατακαλύφθηκε μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς οἰκήτοράς του, πρὸ πάντων δὲ τὸ σπίτι τοῦ Κυβερνήτη καὶ πολλῶν προὐχόντων, οὕτως ὥστε σεισμόταφοι νὰ τοὺς ἀποβοῦν τὰ σπίτια τους καὶ σὲ ἀνάπαυσι Ἅδου νὰ βρεθοῦν αἰφνιδίως κοιμισμένοι, καὶ ᾿πάνω στὰ κρεββάτια τους, ὅπου ᾿κοιμῶνταν τὸν τόσο ἀπαραίτητο γιὰ τὴν ζωή τους ὕπνο, ἢ μᾶλλον ζῶντες ἀκόμα κατέβηκαν στὸν Ἅδη, χωρὶς νὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ ἀνοιχθοῦν ἀπὸ ἀνθρώπους μνήματα γιὰ τὸ θάψιμό τους, ἀφοῦ ἡ γῆ ἀπὸ μόνη της ᾿φρόντισε νὰ ἐπισωρεύσῃ ᾿πάνω τους χώματα καὶ βαθειὰ νὰ τοὺς κατακαλύψῃ.

Καὶ τώρα σώζεται, καὶ ὅλοι μας, τὸ βλέπουμε, ὡς τεράστιο ἐρείπιο· καὶ θρυλλουμένη καὶ ἱστορικὴ πάλαι ποτὲ ἀκροκορυφὴ τῶν Κερκυραίων, ποὺ ἦταν ἀπάτητη καὶ ἀπ᾿ τὰ γίδια ἀκόμη, κορυφὴ ποὺ ἄγγιζε τὰ σύννεφα, βουνοκορφὴ ᾿ψηλότερη κι᾿ ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ᾀδομένη Ἄορνο (βλ. Ἀριανοῦ Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις: ἀπρόσιτη καὶ στὰ ὄρνεα ἀκόμη), τώρα στέκεται ἀκρωτηριασμένη καὶ ἀκέφαλη, μνημόσυνο διαρκές, ποὺ «θὰ συμπαραμένη μαζὶ μὲ τὸν ἥλιο καὶ ἕως ὅτου καταργηθῇ ἡ σελήνη» [«καὶ συμπαραμενεῖ τῷ ἡλίῳ καὶ ... ἕως οὗ ἀνταναιρεθῆ ἡ σελήνη» (Ψαλμ. οα´ 5-8)], καὶ ποὺ ἀπέβη ἀναμφισβήτητος ἀπόδειξις τῆς τότε θαυματουργίας καὶ τῆς ἀδιαλείπτως ἐπισκιαζούσης τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία δυνάμεως καὶ χάριτος.

Πηγή: "Ασματική Ακολουθία Φρικτού Θαύματος". π. Κυπριανού Γιούλη, Αθήνα, 2018.)

2018/11/24

Η ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Ὅτι ἡ ὁρολογία τῆς διαστάσεως καὶ τῆς διαιρέσεως ἀπαντᾶται  καὶ 
μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἐργασιῶν τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.



Ἡ Ἐκκλησία εἶναι πάντοτε μία καὶ δὲν δύναται ποτὲ νὰ ὑπάρξη διάστασις ἢ διαίρεσις -μέ τὴν ἔννοιαν τῆς συνυπάρξεως δύο ἀλληλομαχουμένων μερίδων μὲ προφανῶς ἀντίθετες καὶ ἀντιφατικὲς ὁμολογίες- εἰς τὸ σῶμα της.
Ἐν τούτοις, ἐκκλησιαστικοὶ συγγραφεῖς συχνὰ ἀναφέρονται σὲ αἱρέσεις ἢ σὲ σχίσματα ὡς προκαλοῦντα διαιρέσεις «ἐν τῇ Ἐκκλησία». Τοιαῦτες ἐκφράσεις δὲν ἀποσκοποῦσαν εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας, ὅτι δύνανται νὰ συνυπάρχουν δύο ἐξωτερικῶς διηρεμένες κοινότητες ἐντός τῆς ἰδίας ἀοράτου Ἐκκλησίας. Μᾶλλον ἐκφράζουν τὴν ἱστορικὸ-κανονικὴν διάστασιν τῆς πραγματικότητος εἰς τὴν ὁρολογίαν τῆς ἀνθρώπινης νοήσεως: ὅτι δύο κοινωνιολογικῶς ἐννοούμενες ὁμάδες ἰσχυρίζονται ἀνταγωνιστικῶς, ὅτι εἶναι ἡ ἀληθὴς Ἐκκλησία.
Ὅτι αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία τῶν ἐν λόγῳ ἐκφράσεων συλλαμβάνει τὸν ἀληθῆ σκοπὸν τῶν συγγραφέων, καὶ συνεπῶς εἶναι ὀρθότερη τῆς πρώτης, ἀποδεικνύεται ἀπό τὸ γεγονὸς, ὅτι παρόμοια ὁρολογία χρησιμοποιεῖται καὶ μετὰ τὴν καταδίκην μιᾶς αἱρέσεως ἀπὸ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, ὅταν δὲν ἀμφισβητεῖται, ὅτι οἱ αἱρετικοὶ ἀποτελοῦν χωριστή, ψευδῆ ἐκκλησία.
Αὐτὴ ἡ διαπίστωσις δηλώνει, ὅτι ἡ ὁρολογία τῆς διαιρέσεως καὶ τῆς διαστάσεως χρησιμοποιεῖται ἀδιακρίτως, ἀδιάφορα ἀπό τὸ ἂν μία αἵρεσις ἔχει καταδικασθεῖ ἢ ὄχι.
Ὅμως, τὸ γεγονὸς, ὅτι αὐτὴ ἡ ὁρολογία χρησιμοποιεῖται πρὶν ἀπὸ μίαν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον δὲν δύναται νὰ ἑρμηνευθῆ ὡς ἐπιδεικῦον, ὅτι οἱ αἱρετικοὶ ἀνήκουν εἰς τὴν μίαν ἀλλὰ ... τάχα διηρεμένην Ἐκκλησίαν ὡς ἄκριτοι.
Εἰς τὸν Σλαβονικὸν βίον τοῦ Ἁγίου Παύλου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ὁ ὁποῖος ἔζησε μετὰ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, διαβάζουμε ὅτι «ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἦταν ταραγμένη, ἐν διχοφωνίᾳ, καὶ ἀποστερημένη ἱεραρχῶν ἀφοσιωμένων εἰς τὴν στήριξίν της».
Ὁμοίως, εἰς τὸν Σλαβονικὸν βίον τοῦ Ἁγίου Ἀμφιλοχίου διαβάζουμε: «Ὁ βασιλεὺς τότε ἐξέδωσε διάταγμα εἰς ὅλην τὴν αὐτοκρατορίαν, διατάζοντας νὰ ἐκδιωχθοῦν ὅλοι οἱ Ἀρειανοὶ ἀπὸ τὰς πόλεις διὰ τῆς ἀπειλῆς καὶ τῆς βίας. Οὕτως, ὁ Ἅγιος Ἀμφιλόχιος καθάρισε τὴν Ἐκκλησίαν ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς.»
Ὅλα αὐτά, ὅμως, ἔγιναν μετὰ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, ἡ ὁποία εἶχεν ἤδη καταδικάσει τὸν Ἀρειανισμόν. Παρομοίαν ἔκφρασιν χρησιμοποίησαν οἱ Ἅγιοι Σάββας καὶ Θεοδόσιος γράφοντες πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα Ἀναστάσιον:
«…τούτων δὲ πάντων [τῶν ταραχῶν] ἀρχηγὸς καὶ αὐτουργὸς καθέστηκεν ὁ ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς Ἀκέφαλος καὶ Ἀποσχίστης Σευῆρος, ὁ τῆς Ἀντιοχέων πρόεδρος, ἐπ’ ὀλέθρῳ τῆς οἰκείας ψυχῆς καὶ τῆς κοινῆς πολιτείας κατὰ Θεοῦ συγχώρησιν διὰ τὰς ἁμαρτίας ἠμῶν προβληθείς…» (Κυρίλλου Σκυθοπόλεως, Βίος Ἁγίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, Kyrillos von Skythopolis, ed. E. Schwartz, Texte und Untersuchungen 49.2., (Leipzig: Hinrichs, 1939), 154.24-155.2.). Ἂν καὶ γράφουν πενῆντα χρόνια μετὰ τὴν Δ΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, ἀποκαλοῦν τὸν Σευῆρον ὡς «πρόεδρον τῆς Ἀντιοχέων [Ἐκκλησίας]», ἐνῶ εἰς τὴν πραγματικότητα ἦταν ἐπίσκοπος μόνον τῶν αἱρετικῶν, ὄχι τῶν Ὀρθοδόξων! Προφανῶς, τοιαῦτες ἐκφράσεις χρησιμοποιοῦνται συμβατικῶς, ἔχοντας ἀναφορὰ στὴν κοινωνιολογικὴν διάστασιν τοῦ σχίσματος.
Παρόμοια παραδείγματα ἔχουμε εἰς τὰ τροπάρια τοῦ ὄρθρου τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, εἰς τὸν ἀπολογητικὸν λόγον «Πρὸς τὸν Λαὸν» τοῦ Ἁγίου Ταρασίου, πρὶν τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον, καὶ εἰς Συνοδικὸν Ὄρον τοῦ 843 πού ἀναστύλωσε ἐκ νέου τὰς εἰκόνας.
Εἰς τὸ πρῶτον τροπάριον τῆς Α΄ ὠδῆς τοῦ κανόνος τῆς Κυριακῆς της Ὀρθοδοξίας, ψάλλεται:
"Μεγίστην εὐεργεσίαν βλέποντες, χεῖρας κροτήσωμεν, τὰ διεστῶτα μέλη τοῦ Χριστοῦ, συνηγμένα πρὸς ἕνωσιν, καὶ τὸν Θεὸν αἰνέσωμεν, τὸν τὴν εἰρήνην πρυτανεύσαντα."
Εἰς τὴν ΣΤ΄ ὠδήν, ψάλλεται:
"Γυμνοῦται, κατηφείας καὶ σκότους αἱρέσεως, ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, καὶ φορεῖ χιτῶνα τῆς εὐφροσύνης, καὶ τῇ θείᾳ, καὶ φωσφόρῳ πυκάζεται χάριτι."
Εἰς τὸ πρῶτον ἑξαποστειλάριον, βρίσκουμε καὶ τὰ ἑξῆς σχετικά:
"Σκιρτήσατε μετ' εὐφροσύνης ἄσατε, Ὡς θαυμαστά σου καὶ ξένα, Χριστὲ βοῶντες τὰ ἔργα! καὶ τὶς ἰσχύσει ἐξειπεῖν, Σῶτερ τὰς δυναστείας σου, τοῦ τὴν ἡμῶν ὁμόνοιαν, καὶ συμφωνίαν εἰς μίαν, ἑνώσαντος Ἐκκλησίαν;"
Ἴσως τὸ πιὸ ἀκραῖο παράδειγμα εἶναι αὐτὸ τῆς ἀπολογίας τοῦ Ἁγίου Ταρασίου «Πρὸς τὸν Λαὸν», εἰς τὴν ὁποίαν γίνεται λόγος διὰ τὴν διαίρεσιν τῆς «ἐπὶ τῆς πέτρας τεθεμελιωμένης» Ἐκκλησίας καὶ χρησιμοποιοῦνται ἐκφράσεις ὥς τὸ «γενέσθαι μίαν καθολικὴν Ἐκκλησίαν»:
"Ὁρῶ καὶ βλέπω τὴν ἐπὶ τὴν πέτραν τεθεμελιωμένην ἐκκλησίαν αὐτοῦ διεσχισμένην νῦν καὶ διηρημένην καὶ ἡμᾶς ἄλλοτε λαλοῦντας, καὶ τοὺς ἀνατολῆς ὁμοπίστους ἡμῶν Χριστιανοὺς ἑτέρως.
Καὶ συμφωνοῦντας αὐτοῖς τῆς δύσεως, ἀλλοτριωμένους δὲ ἡμᾶς ἐκείνων ἁπάντων, καὶ κάθ' ἑκάστην ὑπ' αὐτῶν ἀναθεματιζομένους. Δεινόν ἐστι τὸ ἀνάθεμα, πόρρω τοῦ Θεοῦ βάλλει καὶ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ἐκδιώκει, ἀπάγον εἰς σκότος τὸ ἐξώτερον. Οὐκ οἶδεν ὁ τῆς ἐκκλησίας νόμος καὶ ὅρος ἔριν ἢ φιλονεικίαν, ἀλλ' ὥσπερ οἶδεν ὁμολογεῖν εὐσεβῶς ἓν βάπτισμα, μίαν πίστιν, οὕτω καὶ συμφωνίαν μίαν ἐπὶ παντὸς ἐκκλησιαστικοῦ πράγματος. Οὐδὲν γὰρ οὕτως ἐστὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εὐαπόδεκτον καὶ εὐάρεστον ὡς τὸ ἑνωθῆναι ἡμᾶς καὶ γενέσθαι μίαν καθολικὴν ἐκκλησίαν, καθ' ἅ καὶ ἐν τῷ συμβόλῳ τῆς εἰλικρινοῦς ἡμῶν πίστεως ὁμολογοῦμεν." (Ἁγ. Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγος Ἀπολογητικὸς πρὸς τὸν Λαόν, Πρακτικὰ τῶν Ἀγίων καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων, (Ἅγιον Ὅρος: Καλύβη Τιμίου Πρόδρομου, Σκήτη Ἁγίας Ἄννης, 1986), 224 (724).)
Ἐκφράσεις ὅπως «τὰ διεστῶτα μέλη τοῦ Χριστοῦ, συνηγμένα πρὸς ἕνωσιν», «γυμνοῦται, κατηφείας καὶ σκότους αἱρέσεως, ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία», καὶ «τὴν ἡμῶν ὁμόνοιαν, καὶ συμφωνίαν εἰς μίαν, ἑνώσαντος Ἐκκλησίαν» δὲν μποροῦν νὰ ἑρμηνευθοῦν παρὰ μόνον στὰ πλαίσια ἀναφορᾶς εἰς τὴν κοινωνιολογικὴν διάστασιν τοῦ σχίσματος.
Εἰς τὰ ἴδια πλαίσια πρέπει νὰ ἑρμηνευθῆ καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου Ταρασίου, καθὼς τὸν κάθ' ὅλον δὲν ἐπιδέχεται μερισμὸν ἡ Ἐκκλησία, ἀλλὰ μόνον εἶναι δυνατή ἡ ἔκπτωσις τῶν αἱρετικῶν ἐκ τῆς καθολικότητος.
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ οὐδέποτε ἐκαλύπτετο ἀπὸ τὸ σκότος τῆς αἱρέσεως καὶ οὔτε ἐπινοεῖται τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ νὰ διΐστανται τῆς ἑνότητος.
Βέβαια ἡ ἀκρίβεια τῆς ὀρθοδόξου ὁμολογίας διδάσκει, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι καθαρὰ καὶ ἀμόλυντος, «μὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ρυτίδα ἢ τι τῶν τοιούτων … ἁγία καὶ ἄμωμος». Καὶ τοῦτο, ἐκ τῶν προτέρων, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἡμέρα πού ἐκχύθηκε τὸ Πανάγιον Πνεῦμα ἐπὶ τοὺς Ἀποστόλους, τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς. Τὸ νόημα τῶν ὑμνογραφικῶν παραδειγμάτων δὲν ἐξαντλεῖται εἰς τὴν ἐκκλησιολογικὴν διατύπωσιν.
Ἐπισημαίνουν καὶ τὴν αἴσθησιν τῆς λυτρώσεως καὶ καθάρσεως τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίας καὶ τῆς κάθε ψυχῆς ἀπὸ τὴν πλάνην τῶν εἰδώλων ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν πλάνην τῶν παθῶν διὰ τοῦ λουτροῦ τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῶν μυστηρίων, πού ἐκφράζεται καὶ εἰς ἄλλα τροπάρια, ὅπως εἰς τὸ «Θύσω σοι, μετὰ φωνῆς αἰνέσεως Κύριε, ἡ Ἐκκλησία βοᾶ σοι, ἐκ δαιμόνων λύθρου κεκαθαρμένη, τῷ δι' οἶκτον, ἐκ τῆς πλευρᾶς σου ρεύσαντι αἵματι», ἔκφρασις τῆς ἐκπλήξεως τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς κάθε ψυχῆς μπροστὰ εἰς τὸ θαῦμα τῆς διὰ τῆς Θείας Οἰκονομίας σωτηρίας καὶ λυτρώσεώς της.
Ὁ σκοπὸς ὅμως τῶν ἱερῶν ὑμνογράφων τείνει πρὸς τὸ παράδοξον εἰς τὸ ὁποῖον σημαίνεται τὸ βάθος τοῦ μυστηρίου τῆς θείας πρόνοιας καὶ τοῦ θαύματος τῆς Ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καὶ ἑνώσεως -τήν σωτηρίαν ἀπὸ τὴν διάστασιν καὶ τὴν διαίρεσιν- καί, κατ' οὐσίαν, ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὴν φθορά.
Διὰ τὸν Ἅγιον Ταράσιον, πέρα ἀπὸ τὴν κοινωνιολογικὴ διάστασιν τοῦ σχίσματος μεταξύ της Νέας Ρώμης καὶ τῶν ὑπολοίπων Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ καὶ ἐντός της Μεγάλης Ἐκκλησίας, πρόκειται περὶ προτροπῆς, κάθ' ἥν ὁ προτρεπτικὸς λόγος χρησιμοποιεῖ τὰ ἐκ τῶν ἐναντίων, διὰ νὰ πείσῃ πρὸς τὰ ὑψηλότερα, ἀνατρέποντας τὸ σχίσμα καὶ αὐξάνοντας ἔτσι ἐπιδεικτικῶς τὴν ἑνότητα. Ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῆ κανεὶς, ὅτι δέν γίνεται δεκτός ἔτσι καὶ ὁ μεγάλος θρίαμβος καὶ ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὴν παραδειγματικὴν μετανοητικὴν ἔκφρασιν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας.
Ὁ δὲ Συνοδικὸς Ὅρος τοῦ 843 ἀναφέρεται εἰς τὴν εἰρήνην τῶν ἐκκλησιῶν, τὴν τῶν ἐκκλησιῶν διάστασιν, τὴν ἕνωσιν τῶν διευζευγμένων, καὶ εἰς τὴν ἐφέκλυσιν πρὸς ἕνωσιν.
"Οὐκ ἀνεκτὸν ἢ φορητὸν ἡγήσαντο τὰ μὲν ἄλλα ὁμονοεῖν ἡμᾶς καὶ συμβιβάζεσθαι, περὶ δὲ τὸ τῆς ζωῆς ἡμῶν κεφάλαιον, ἤγουν τὴν εἰρήνην τῶν ἐκκλησιῶν, ἑαυτῶν ἀπορρήγνυσθαι καὶ ἀποσχίζεσθαι, καὶ ταῦτα Χριστοῦ κεφαλῆς ὄντος, ἡμεῖς δὲ καθεξῆς μέλη καὶ ἓν σῶμα διὰ τῆς πρὸς ἀλλήλους ὁμοδοξίας καὶ πίστεως. Διὸ τὴν ἱερὰν ἡμῶν ταύτην καὶ πολυάνθρωπον συναθροισθῆναι ἐκέλευσαν ὁμήγυριν ἐν ταύτῃ τῇ μεγίστῃ καὶ βασιλευούσῃ Κωνσταντίνου πόλει, ἵνα τὴν τῶν ἐκκλησιῶν διάστασιν ἀποσεισάμενοι, τὰ διεζευγμένα πρὸς ἕνωσιν ἐφελκύσωμεν καὶ τὴν ἔναγχος ὑφανθεῖσαν ἐξ ἀκανθίνων νημάτων συρφετώδη σηράν εἴτουν ψευδοδιδασκαλίαν διαρρῆξαι καὶ διασχίσαι καὶ τὸν τῆς ὀρθοδοξίας διαπλῶσαι χιτῶνα." (Συνοδικός Ὅρος, “Le Synodikon de l' Orthodoxie”, ed. J. Gouillard, Travaux et mémoires 2 (1967): 293-298.)
Κατὰ τὴν ἀκρίβειαν τῆς εὐσεβοῦς ὁμολογίας ἡ Ἐκκλησία δὲν δύναται νὰ ἐκπέση τῆς ἰδίας της τῆς ἑνότητος.
Ὅμως, οἱ εὐσεβέστατοι βασιλεῖς ἀναφέρονται εἰς κοινωνιολογικὴν διάστασιν τοῦ σχίσματος τῆς δευτέρας Εἰκονομαχίας. Ὁ σκοπός τους δὲν ἦταν μόνον ἡ καταδίκη, ἀλλ' ἡ ἕνωσις πάντων εἰς τοὺς κόλπους τῆς μίας Ἐκκλησίας, τόσο τῶν ὁμολογητῶν Ὀρθοδόξων, ὅσον καὶ τῶν μετανοούντων Εἰκονομάχων, (τὰ διεζευγμένα πρὸς ἕνωσιν), διὰ τῆ διαρραγῆς καὶ διασχίσεως τῆς «σήρας» τῆς κακοδοξίας καὶ τῆς διαπλώσεως τοῦ χιτῶνος τῆς Ὀρθοδοξίας.

ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ ''AΓΙΟΙ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ'', ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2018

2018/11/11

ΕΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΕΙΣ

ΕΝΟΡΙΑ ΧΑΝΙΩΝ ΚΡΗΤΗΣ

Με κατάνυξη εόρτασε ο ενοριακός Ιερός Ναός των Γ.Ο.Χ. Χανίων που τιμάται στην μνήμη των Οσίων 99 Πατέρων της Κρήτης. Χοροστάτησε ο Τοποτηρητής της Μεγαλονήσου, Σεβ/τος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Ιάκωβος βοηθούμενος υπό του πολιού αλλά ακάματου λειτουργού, Ιερέως π. Ζαχαρίου Τσικριτσάκη. Συμμετείχαν πολλοί ευσεβείς Κρήτες που προσήλθαν από διάφορα σημεία της νήσου.







ΕΝΟΡΙΑ ΠΑΤΡΑΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ

Με λαμπρότητα πανηγύρισε ο ιστορικός Καθεδρικός Ναός στην Πάτρα επ' ονόματι του αγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλύτου. Ιερούργησε ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Ιάκωβος βοηθούμενος υπό του Ιεροδιακόνου π. Χριστοφόρου. Παρέστη πυκνό εκκλησίασμα ορθοδόξων πιστών- παρά το εργάσιμο της ημέρας- από την Δυτική Ελλάδα για να τιμήσει την μνήμη του αθλοφόρου αγίου της Θεσσαλονίκης.

Την ίδια ημέρα εόρτασε και η Ενορία των Γ.Ο.Χ. Θεσσαλονίκης, στον Ιερό Ναό Γεννήσεως του Χριστού στην Αγχίαλο.