2022/07/10

ΘΕΡΙΝΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΙΣ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ

 Ιστορίες απο την Μικρά Ασία 

 Τα ξύλα του παπά και οι Κρυπτοχριστιανοί

Πέμπτη του Πάσχα κι ο πάπα – Λευτέρης πρωί-πρωί φόρτωνε το ζώο του κι ετοιμαζόταν να κατεβεί στην Τραπεζούντα. Την ίδια ώρα ακούστηκαν οι πρώτοι χτύποι της καμπάνας. Ο συνεφημέριός του ο πάπα – Γαβριήλ φαίνεται πως είχε αϋπνίες. Χθες ήταν η σειρά του να λειτουργήσει. Μετά πήρε τα βουνά και τα λαγκάδια να μαζέψει ξύλα. Και σήμερα ξημερώματα, έτοιμος να κάνει τον πραματευτή. Κανονικά όφειλε να πάει στην εκκλησιά. Τέτοια μέρα, ακόμη Πασχαλιά, που ξανακούστηκε να λείπει απ’ τη Λειτουργία! Όμως,  τόσα στόματα  περιμένουν στο σπίτι. Κάποιος έπρεπε να νοιαστεί για το καθημερινό τους …Οκτώ του έδωσε ο Θεός κι άλλα τρία ο Ανάστασης ο κουμπάρος του.



Έκανε το σταυρό του και ξεκίνησε… Είχε μπροστά του πολύ δρόμο. Υπολόγιζε πριν το μεσημέρι να φτάσει στην πόλη κι αν όλα πάνε καλά, αργά το βράδυ να είναι πάλι πίσω. «Βαστάτε ποδαράκια μου» αναστέναξε καθώς αναλογίστηκε το δρόμο που είχε να κάνει. Κατά πως το είχε συνήθειο άρχισε το ψάλσιμο. Μέσα στην ερημιά ποιος τον ακούει; Μόνο ο Θεός. Αποφεύγει και τα κοροϊδευτικά χαμόγελα του πάπα – Γαβριήλ ή τις ειρωνείες του Ιορδάνη, του ψάλτη: «Εξαιρετικά τα λες παπά. Σαν μανάβης!» Το ξέρει. Η φωνή του ακούγεται άσχημα. Μα ότι λέει, το ψέλνει με την καρδιά του κι αυτό θέλει ο Θεός.

Σταμάτησε  να ψέλνει μπροστά στον κόσμο και προτιμούσε τις ερημιές. Αυτό θα έκανε και τώρα, μέρες της Πασχαλιάς. «Μπρος, λοιπόν, παπά δώσε του να καταλάβει» μονολόγησε. Έκανε το σταυρό του κι άρχισε: «Ἀναστασεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί…». Αφού έψαλε όλο τον κανόνα, προχώρησε και στους αίνους κι εκεί κατά το δοξαστικό έμπαινε πιά στα πρώτα σπίτια της Τραπεζούντας. Με το ψάλσιμο κάπου είχε αφαιρεθεί. Όταν κατάλαβε πως ήταν στον τουρκομαχαλά σκέφτηκε να γυρίσει πίσω. Στάθηκε λίγο να προσανατολιστεί κι ύστερα πήρε ένα σοκάκι εκεί στα αριστερά. Περίμενε να τον βγάλει έξω από το Κάστρο, μ΄ αυτό φιδογύριζε ανάμεσα στα τουρκόσπιτα. Σέ κάποια στροφή φάνηκε ένας καφενές κι από έξω δύο τρείς τούρκοι αραχτοί, απολάμβαναν το ναργιλέ τους. Καθώς περνούσε μπροστά του ο ένας του φώναξε:

«Πόσο τα ξύλα παπά;»

«Πέντε γρόσια ἐφέντη μ’».

«Πολλά δεν είναι βρέ ;»

«Όχι ἐφέντη μ’, όχι. Έρχομαι από μακριά», ο πάπα – Λευτέρης ήξερε ν’ αντιστέκεται στα παζάρια των τούρκων. «Κι ύστερα τί παίρνεις με πέντε γρόσια;»

«Άντε να σού δώσω τρία να τα φέρεις και στο σπίτι».

«Να χαρείς τα νιάτα σου ἐφέντη μ’. Κάμε τα τουλάχιστο τέσσερα. Είμαι φτωχός κι έχω τόσα στόματα να θρέψω».

«Καλά. Ας είναι. Θα σού δώσω τέσσερα». Σηκώθηκε απ’ το σκαμνί του, τεντώθηκε και πλησίασε τον παπά. Χάιδεψε λίγο το ζώο και μετά στράφηκε άγριος στο παπά.

«Δεν λυπάσαι το ζώο βρέ Γκιαούρ; Πως το φόρτωσες το καημένο; Κοντεύει να ψοφήσει! Δεν φοβάσαι το Θεό βρέ;»

«Αντέχει ἐφέντη μ’» τόλμησε ν’ απαντήσει ο πάπα – Λευτέρης.

«Σούς μπρέ» έβαλε τις φωνές ο τούρκος και σήκωσε το χέρι του απειλητικά. «Πάμε σπίτι να το ταΐσεις λίγο και να το ποτίσεις. Γκιαούρ.»

Γιόμισε ο μαχαλάς απ’ τις φωνές του. Ο παπάς, τον ακολούθησε φοβισμένος. «Τρελός θα’ ναι» σκέφτηκε κι από μέσα του έλεγε όσες ευχές του ερχόντουσαν στο μυαλό. Μπροστά στην αυλόπορτα του σπιτιού φώναξε ένα όνομα. Ύστερα και με μία κλωτσιά την άνοιξε διάπλατα. «Μπες μέσα μπρέ γκιαούρ. Δεν φοβάσαι το Θεό είσαι και παπάς».

Με τον ίδιο τρόπο έκλεισε την πόρτα κι αμέσως δύο νεαροί ξεφόρτωσαν το ζώο. Ο τούρκος, με φωνές, τράβηξε σχεδόν τον παπά Λευτέρη μέσα στο σπίτι, πού απ’ το φόβο του έχασε κάθε δύναμη ν’ αντισταθεί. Μόνο έτσι σαν αστραπή του πέρασε η σκέψη: «Είδες τί έπαθες για να μην πας στη Λειτουργία;»

Μέχρι την πόρτα του σπιτιού χαλούσε τον κόσμο με τις φωνές του. Μόλις πέρασαν το κατώφλι την έκλεισε με τόση δύναμη λες κι ήθελε να την γκρεμίσει. Και τότε έγινε η μεταμόρφωση. Ο άγριος τούρκος, αυτός που χωρίς αιτία ήταν έτοιμος να κακοπαιδέψει το φτωχό παπά, έπεσε στα γόνατα και φίλησε το χέρι του με σεβασμό. Η φωνή του μόλις ακουγόταν. «Σχώραμε παππούλη μου, σχώραμε» του είπε ελληνικά. «Δεν είχα κακό σκοπό. Για τους τούρκους φώναζα, που μάς έβλεπαν. Μην καταλάβουν τίποτα και χαθούμε. Χριστιανοί είμαστε κι εμείς κι ας φαινόμαστε τούρκοι».

Κατάλαβε. Είχε μπροστά του έναν απ’ αυτούς που οι ρωμιοί ονόμαζαν κλωστούς. Έναν απ’ αυτούς που αντιστάθηκαν τόσα χρόνια στην υποδούλωση της ψυχής. Στη φαντασία του ο ηρωισμός κι η πίστη τους έπαιρναν μυθικές διαστάσεις. Πάνε μερικά χρόνια που άκουσε γι’ αυτούς. Τότε θυμάται θέλησε να τους συναντήσει, να έρθει σ’ επαφή μαζί τους. Τον συγκράτησαν οι πιο φρόνιμοι. Θα έρθει η στιγμή του είπαν, καλύτερα να μη βιάζεσαι. Πέρασαν τα χρόνια κι η στιγμή δεν ήρθε. Έτσι, κάπου μέσα του, άρχισε να μην πολυπιστεύει στην ύπαρξή τους. Και να τώρα που είχε μπροστά του ένα δικό τους. Τον έπιασε από τα χέρια και τον σήκωσε. Εκείνη τη στιγμή φάνηκαν δύο γυναίκες, η μία νέα η άλλη ηλικιωμένη, και τον περιτριγύρισαν ένα τσούρμο παιδιά! «Η φαμίλια μου παππούλη μου» του είπε ο κρυφός χριστιανός.

Σε λίγο καθισμένοι στο σαλόνι αντάλλασσαν τις ιστορίες τους. Αισθάνονταν γνωστοί από χρόνια. Ήταν κι αυτοί όπως όλοι οι δικοί τους. Χρόνια τώρα, από πατέρα σε παιδί, κράταγαν μυστική την πίστη τους και συνέχιζαν φανερά να κάνουν τη ζωή του μουσουλμάνου. Πρώτα κοντά τους έμενε ένας χότζας που ήταν κρυφός παπάς. Αυτός τους βάφτισε, αυτός τους πάντρεψε, αυτός κήδευε τους πατεράδες τους. Όλα στα κρυφά. Νύχτα πάνω στη νύχτα. Τη μέρα τους πάντρευε τούρκικα. Τη νύχτα χριστιανικά. Γεννιόταν ένα παιδί; Τη μέρα έκανε σουνέτι. Τη νύχτα βαφτίσια. Στο θάνατο ο πρώτος που έμπαινε στο σπίτι ήταν αυτός. Μόνος με την οικογένεια του νεκρού διάβαζε τρισάγιο. Τη νύχτα έκανε την κηδεία και το πρωί όλα τα έθιμα των μουσουλμάνων. Διπλή ζωή, διπλό ξόδι. Από τότε όμως που πέθανε, έμειναν ορφανοί. Αλειτούργητοι. Αβάφτιστοι. Δύο χρόνια έχουν να κάνουν Ανάσταση. Τη νύχτα το Μεγάλο Σάββατο άκουσαν τις καμπάνες απ’ το χριστιανικό μαχαλά. Άναψαν κερί και έψαλαν σιγανά τρείς φορές το «Χριστός Ανέστη». 

«Να κάνουμε τώρα την Ανάσταση», άστραψε η ιδέα στο μυαλό του πάπα – Λευτέρη. «Τί πειράζει; Πασχαλιά είναι ακόμη. Ετοιμαστείτε κι εδώ είμαι εγώ». Από τη στιγμή εκείνη ένας ολάκερος μηχανισμός μπήκε σε λειτουργία. Μέχρι το βράδυ βρέθηκαν άμφια, σκεύη, πρόσφορα ενώ ένα νέο παλληκάρι, με γρήγορο άλογο, έτρεξε στο χωριό να καθησυχάσει την παπαδιά, που δεν θα γύριζε ο παπάς εκείνο το βράδυ.Γύρω στα μεσάνυχτα γιόμισε το σπίτι από κρυφοχριστιανούς. Άντρες, γυναίκες, παιδιά πέρασαν το κατώγι μ’ αγιοκέρια που είχαν μόνοι τους ετοιμάσει. Στην ανατολική πλευρά μία κασέλα είχε γίνει Αγία Τράπεζα. Ο πάπα – Λευτέρης άρχισε το ψάλσιμο με ένα γέροντα.

Αυτούς εδώ δεν τους ενοχλούσε η φωνή του. Γι’ αυτό δεν άκουσε εκείνο το «σούς μπρέ», που του μαύριζε την ψυχή. Τους έφτανε που άκουγαν τα λόγια. Κι αν έκρινε από τα βλέμματα, ίσως και να ευχαριστιόντουσαν απ’ το ψάλσιμό του. Στο τέλος άναψε το κερί του απ’ το καντήλι που τρεμόπαιζε και κάλεσε τους μυστικούς χριστιανούς του: «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ του ανεσπέρου φωτος και δοξάσατε Χριστον τον ανασταντα ἐκ νεκρῶν».

Μετά, εκεί στη μέση, διάβασε το Ευαγγέλιο κι ενώ η πόλη ησύχαζε, ψάλανε όλοι μαζί το «Χριστος Ἀνέστη». Γύρω του τα δακρυσμένα μάτια του σκλάβωναν την καρδιά. Ήταν μία απ’ τις στιγμές που θα τον συνόδευαν σ’ όλη του τη ζωή.

Ήταν έτοιμη να ξεπροβάλει η νέα μέρα, όταν ξεκίναγε να γυρίσει στο χωριό. Πίσω του άφηνε το σπίτι, που έγινε η κολυμπήθρα για ν’ αναβαπτιστεί στην πίστη του κι ένα κομμάτι της καρδιάς του. Θα ερχόταν να το συναντήσει πάλι σε λίγες μέρες. Τον περίμεναν οι νέοι του χριστιανοί. Μαζί τους και τα μικρά παιδιά, που είχαν μείνει αβάπτιστα.

Τώρα ήξερε. Κάθε φορά που ξεκίναγε με ξύλα για την Τραπεζούντα θα έφερνε κι ένα φόρτωμα στον τουρκομαχαλά. Κάθε φορά και σε διαφορετικό σπίτι. Τη νύχτα το σπίτι αυτό θα γινόταν η εκκλησιά κι εκεί θα συνάζονταν οι κλωστοί. Από τα πιο απίθανα μέρη ξεφύτρωναν οι μαύρες σκιές που αδιαφορούσαν για την προχωρημένη ώρα. Τις πιο πολλές φορές ερχόταν στο σπίτι του πεθαμένου κρυφού παπά όπου υπήρχε ολάκερη εκκλησιά κρυμμένη απ’ τα μάτια του κόσμου. Μυστικές πόρτες έφερναν τους πιστούς από τους σκοτεινούς δρόμους. Έξω οι νέοι είχαν αναλάβει τη φύλαξη. Τόσα χρόνια στη ζωή αυτή έμαθαν να φροντίζουν την ασφάλειά τους. Μαζί τους άρχισε κι αυτός να ζει τους φόβους και τις αγωνίες τους κι όταν γνωρίστηκαν καλά η έγνοιά του σκλαβώθηκε στο μαχαλά τους. «Τα παιδιά έχουν σήμερα μπαϊράμι» έλεγε στην παπαδιά «κι όλη μέρα θα είναι νηστικά»…

Πηγή: "Φώτης & Ιστορία"

2022/07/08

«ΤΙΝΑ ΜΕ ΛΕΓΟΥΣΙΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ;»

Σε μια περιοδεία Του με κατεύθυνση την πόλη Καισάρεια του Φιλίππου ο Χριστός ρώτησε τους μαθητές Του: «τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;», δηλαδή «Τι λένε οι άνθρωποι για μένα; Ποιος είμαι;» Και οι μαθητές του απαρίθμησαν απόψεις που είχαν κατά καιρούς ακούσει: «Λένε πως είσαι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, άλλοι λένε ότι είσαι ο Ηλίας κι άλλοι πιστεύουν ότι είσαι ένας προφήτης»(Μάρκ. 8,27). Την άποψη ότι είναι προφήτης την είχε διατυπώσει και η Σαμαρείτισσα στο διάλογό της με τον Κύριο (Ιωάν. 4,19). Η Εκκλησία στο ερώτημα του Χριστού πρόβαλε την ορθόδοξη θέση θεμελιωμένη αγιογραφικά. Σύμφωνα με αυτήν ο Χριστός ως ιστορικό πρόσωπο είναι ο θεάνθρωπος λυτρωτής των ανθρώπων.

ΜΙΑ ΑΠΛΗ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ: Από το παραπάνω κείμενο του Ευαγγελίου φαίνεται ότι πολλοί άνθρωποι είχαν διαμορφώσει μια εικόνα λαθεμένη για το πρόσωπό Του. Πίστευαν ότι ήταν ένα «θρησκευτικό» πρόσωπο με χαρισματικές ικανότητες και τον ταύτιζαν με συγκεκριμένες προσωπικότητες της Παλαιάς Διαθήκης. Η παρεξήγηση αυτή δεν ήταν ηθελημένη, αλλά είχε την αιτία της στην άγνοια ή στη συνήθεια να αποδίδεται προφητικό χάρισμα σε κάθε άξιο πνευματικό άνδρα ή στην άδολη ευσέβεια που επιτρέπει τέτοιου είδους παρεξηγήσεις. Ο ίδιος ο Χριστός συγχώρεσε αυτές τις παρανοήσεις με το λόγο Του πάνω στο σταυρό: «πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23,34).

ΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ: Στην κατηγορία των ανθρώπων που σκόπιμα παρερμήνευσαν ή παρεξήγησαν το πρόσωπο και την αποστολή του Χριστού ανήκουν και οι θρησκευτικοί άρχοντες των Ιουδαίων της εποχής Του. Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι καθώς και οι Σαδδουκαίοι δε θέλησαν να γνωρίσουν και να αναγνωρίσουν το μεσσιανικό χαρακτήρα του προσώπου και του έργου Του. Γι' αυτό και τον αντιμετώπισαν ως σφετεριστή και διαστροφέα της μεσσιανικής προσδοκίας. Αρκετοί σύγχρονοί του Ιουδαίοι παρεξήγησαν το πρόσωπο και την αποστολή του Χριστού εντάσσοντάς τα στα εθνικιστικά τους πλαίσια. Κι αυτό γιατί ανέμεναν το Μεσσία ως ισχυρό ηγεμόνα που θα αποκαθιστούσε το έθνος τους στο παλιό του μεγαλείο. Σ' αυτήν την κατηγορία εντάσσεται και η περίπτωση του Ιούδα, του οποίου η συμπεριφορά έναντι του Ιησού έχει αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικής έρευνας (θρησκειολογικής, ψυχολογικής, ιστορικής, κοινωνιολογικής).

Ο Ιούδας ήταν από τις περιπτώσεις εκείνες που ηθελημένα ίσως παρερμήνευσαν το ρόλο του Χριστού και τον είδαν σαν ένα «ραββί», επαναστάτη δάσκαλο, που όφειλε να μεταφέρει ηθικά διδάγματα στους Εβραίους τοποθετημένα μέσα στα εθνικιστικά τους πλαίσια. Η άρνηση του Ιούδα να συμμετάσχει ως το τέλος στο πασχάλιο Δείπνο εξέφραζε την αδυναμία να δεχτεί το Χριστό ως Σωτήρα, παρά το γεγονός ότι πάντοτε βρισκόταν μαζί Του και είχε λάβει μέρος σε συζητήσεις για το πρόσωπό Του.

Οι εισηγητές των αιρέσεων αμφισβήτησαν ή και αρνήθηκαν τη θεανθρώπινη υπόσταση του Χριστού, γιατί προσπάθησαν με το λογικό να κατανοήσουν το υπέρλογο δόγμα της υποστατικής ένωσης. Είναι γνωστές οι λεγόμενες χριστολογικές αιρέσεις (Αρειανισμός, Δοκητισμός, Νεστοριανισμός, Μονοφυσιτισμός κ.ά.). Όλες τις αντιμετώπισε η Εκκλησία αφενός μεν με τα συγγράμματα των εκκλησιαστικοί συγγραφέων και Πατέρων, αφετέρου δε με τις Συνόδους και μάλιστα τις Οικουμενικές.

Η πρώτη συστηματική άρνηση της θεότητας του Χριστού διαπιστώθηκε μέσα σε τρεις αιρέσεις που είναι γνωστές στην ιστορία σαν Αρειανισμός, Νεστοριανισμός και Μονοφυσιτισμός.

Ο Αρειανισμός, που τ' όνομά του το πήρε από τον πρεσβύτερο της Αλεξανδρείας Άρειο (4ος αιώνας), ο οποίος διακήρυξε ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είναι Θεός και «ομοούσιος» με τον Πατέρα, αλλά κτίσμα του Θεού.

Ο Νεστοριανισμός, που τ' όνομά του το πήρε από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο (5ος αιώνας), ο οποίος προβάλλει την ανθρώπινη ύπαρξη του Ιησού Χριστού κατά την ουσία ή τη φύση της. Ο Χριστός κατά το Νεστόριο είναι ένας καλός, χαρισματούχος άνθρωπος.

Ο Μονοφυσιτισμός, που τον πρωτοδιατύπωσε ο πρεσβύτερος Ευτυχής στην Κωνσταντινούπολη (5ος αιώνας) και εκφράζει την άποψη ότι ο Ιησούς Χριστός υπήρξε ένα «φάντασμα» ανθρώπου. Στην πραγματικότητα ήταν μόνο Θεός που απλά φαινόταν να είναι άνθρωπος.

ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΕΣ Ή ΛΑΘΕΜΕΝΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ: Πέρα από τις τάσεις αυτές υπήρξαν και διάφορες απόψεις γύρω από το πρόσωπο του Χριστού, που προσπάθησαν να δώσουν μια λογική εξήγηση για το πρόσωπό Του. Τις πρώτες μη θεολογικές, φαινομενικά τουλάχιστον, εκτιμήσεις για τον Ιησού Χριστό εμφανίστηκαν να έχουν από το 17ο αιώνα οι εκπρόσωποι του Διαφωτισμού. Όπως είναι γνωστό από την ιστορία, ο Διαφωτισμός διακήρυξε ότι βασικό όργανο για την κατανόηση κάθε ανθρώπινου προβλήματος θα έπρεπε να είναι η λογική. Η λογοκρατία των εκπροσώπων της Διαφώτισης άσκησε λεπτομερή έλεγχο στα δόγματα της Εκκλησίας. Κύριοι εκπρόσωποι αυτής η τάσης ήταν οι John Locke και T. Hobbes στην Αγγλία, ο Spinoza στη Γερμανία και οι γνωστοί σαν Εγκυκλοπαιδιστές στη Γαλλία. Έτσι ως το δικό μας αιώνα οι απόψεις της Διαφώτισης πέρασαν τόσο στον επιστημονικό τομέα σαν έρευνα γύρω από το πρόσωπο του Ιησού Χριστού και τις αρχές της γένεσης του Χριστιανισμού όσο και σαν εκλαϊκευτικά έργα που στόχευαν να δώσουν μια αρνητική ερμηνεία για τον Ιησού και την Εκκλησία Του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σ' αυτή την προσπάθεια διάκρισης ανάμεσα στον Ιησού της ιστορίας και στον Χριστό της πίστης (η ιστορία Τον αρνείται κατά Διαφωτισμό, ενώ μόνο η πίστη Τον δέχεται) αναμείχθηκαν και επιφανείς θεολόγοι, οι οποίοι τελικά αρνήθηκαν τον ιστορικό Ιησού.

α) Σύμφωνα με την άποψη του H. Reimarus (18ος αιώνας) ο Χριστός ήταν ένας δάσκαλος, που δίδαξε τη Βασιλεία του Θεού σαν μια εγκόσμια βασιλεία, μια νέα τάξη πραγμάτων. Η κραυγή Του πάνω στο σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνατί με εγκατέλειπες» δείχνει την απογοήτευσή Του για την αδυναμία επιβολής αυτής της Βασιλείας. Βασική αδυναμία των θεωριών του Reimarus ήταν ότι δεν μπόρεσε να εξηγήσει την εμφάνιση του Χριστιανισμού σαν ιστορικού φαινομένου.

β) Ο David Strauss με βάση τη μέθοδο του Εγέλου υποστήριξε ότι καθετί που γνωρίζουμε για τον Ιησού είναι μύθος. Ανεξάρτητα όμως απ' αυτό, ο Χριστός παραμένει αιώνια αλήθεια. Η άρνηση της ιστορικότητας δε μειώνει τις θρησκευτικές αλήθειες. Οι διηγήσεις των θαυμάτων είναι χριστιανικοί θρύλοι που έχουν τις ρίζες τους στην Παλαιά Διαθήκη. Ο Strauss αρνείται το θαύμα για λόγους φιλοσοφικούς (επηρεασμένος από τον Έγελο) κι όχι ιστορικούς. Αγνοούσε επίσης ότι όταν απλοί άνθρωποι εκθέτουν διάφορες εντυπώσεις ή εμπειρίες τους, δεν μπορεί η έρευνα να αρνείται στο είδος αυτό οποιαδήποτε ιστορική βάση.

γ) Η περίπτωση του Ερνέστου Ρενάν (+1892) είναι ίσως η πιο γνωστή. Ο Χριστός κατ' αυτόν είναι ιστορικό πρόσωπο που αυτοπαρουσιάσθηκε ως Υϊός του Θεού και περίμενε την μετάνοια των ανθρώπων. Κέντρο της διδασκαλίας Του ήταν η αγάπη. Λόγω της αντίδρασης των θρησκευτικών αρχών, από κήρυκας της αγάπης μετατράπηκε σ' ένα είδος κοινωνικού επαναστάτη με τη μορφή του Μεσσία. Τελικά προδόθηκε και με την επέμβαση των ρωμαϊκών αρχών συνελήφθη και εκτελέστηκε. Ο Ρενάν έδωσε μια λυρική εικόνα για τον Ιησού και έδειξε μεγάλη αδυναμία στη χρησιμοποίηση των πηγών του, που ήταν τα Ευαγγέλια. Η αδυναμία αυτή συνίσταται στο ότι ερμήνευσε το Χριστό μ ένα τρόπο συναισθηματικό και λιγότερο ρεαλιστικό.

δ) Ο Αλβέρτος Σβάϊτσερ, γνωστός ως ανθρωπιστής και ιεραπόστολος, γράφοντας την «Ιστορία της έρευνας του Βίου του Ιησού» έδωσε και τη δική του εξήγηση για το πρόσωπο του Χριστού. Ενώ καταδίκασε αμείλικτα κάθε παραχάραξη του προσώπου του Ιησού από τους προηγούμενους ερευνητές, παραβίασε με το δικό του τρόπο τα κείμενα και από το πρόσωπο του Ιησού έφτιαξε κάτι που δεν ήταν. Τον Ιησού που είναι εξουσιαστής της ανθρώπινης ιστορίας, αδιαφορώντας για τον ιστορικό Ιησού. Η εικόνα του Σβάϊτσερ τόνισε την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στον Ιησού που είναι αίνιγμα και ξένος για μας και στον Ιησού που είναι κυρίαρχος, απευθύνεται σε μας και ζητά την υπακοή μας.

Όλες οι παραπάνω θεωρίες από τη μια πλευρά έδωσαν αφορμή να μελετηθεί περισσότερο ό,τι σχετικό με το πρόσωπο του Ιησού και να ενεργοποιήσει θετικότερα τις συνειδήσεις των χριστιανών και από την άλλη πλευρά αποτέλεσαν το κύριο έναυσμα για την αποχαλίνωση της ανθρώπινης φαντασίας. Από τότε, και ειδικά μέσα στον αιώνα, γράφτηκαν οι πλέον περίεργες απόψεις γύρω από το πρόσωπο του Ιησού.

ΑΛΛΕΣ ΛΑΘΕΜΕΝΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ: Πέρα από το θεολογικό χώρο δημιουργήθηκε πλούσια φιλολογία γύρω από το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, που απηχεί τις απόψεις των ιδεολογικών ρευμάτων, από τα οποία ήταν επηρεασμένοι οι συγγραφείς. Αφορμή βέβαια τις περισσότερες φορές για τέτοιου είδους γενικεύσεις έδιναν στους συγγραφείς συγκεκριμένες αρνητικές εμπειρίες που είχαν από Εκκλησία και τους εκπροσώπους της ή ακόμη και εκ των προτέρων αρνητική στάση τους απέναντι στην Εκκλησία.

α) Έτσι οι ρομαντικοί, του περασμένου και των αρχών του 20ού αιώνα έβλεπαν στο πρόσωπο του Χριστού τον «γλυκύ Ιησού», ένα πρότυπο ευσέβειας και καλοσύνης, που κήρυξε μέσα στη φύση την αδελφοσύνη των ανθρώπων. Αυτή την αντίληψη έχουν για τον Ιησού πολλοί άνθρωποι ακόμα και σήμερα. Είναι ο Χριστός πολλών λογοτεχνών, ποιητών, ανθρώπων της τέχνης και της διάδοσης ανθρωπιστικών ιδεωδών.

β) Οι θιασώτες του κοινωνισμού προσπαθούν να παρουσιάσουν τον Ιησού ως επαναστάτη. Κατ' αυτούς ο Ιησούς παρατήρησε εις βάθος τις τρομερές καταχρήσεις που γίνονταν από το εβραϊκό κατεστημένο και με τη διδασκαλία Του διαμαρτυρήθηκε ενάντια σ' αυτές ανοιχτά και πολλές φορές με επιτυχία. Μετά το θάνατό του οι οπαδοί του τον έκαμαν Θεό και ιδρυτή της θρησκείας τους. Ο μεγάλος Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας και στοχαστής Μπερνάρ Σω στο βιβλίο του «Κοινωνικά συστήματα» τονίζει ότι ο Χριστός ως θεάνθρωπος είναι κατασκεύασμα των ανθρώπων, οι οποίοι αρχίζουν λέγοντας «Αυτός δεν είναι ο γιος του μαραγκού» και τελειώνουν λέγοντας «Ιδού ο Αμνός του Κυρίου».

γ) Μια άλλη εικόνα για το Χριστό δίνουν οι ερευνητές από το χώρο της ψυχανάλυσης. Ευαισθητοποιημένοι από την έννοια της ελευθερίας και της ανάγκης απελευθέρωσης του ανθρώπου από ψυχαναγκασμούς ερμηνεύουν την παρουσία του Χριστού στη γη σαν προσπάθεια του ανθρώπου να απελευθερωθεί από το σύνδρομο του «σαδιστή πατέρα» (Φρόϋντ), δηλαδή του Θεού των Εβραίων που ενέπνεε το φόβο, όπως ο σαδιστής πατέρας στα παιδιά του. Έτσι το δόγμα για το Χριστό θεωρείται απ' αυτούς ως αποτέλεσμα εσωτερικής ψυχικής σύγκρουσης (Θεόδωρος Ράϊκ). Διαφωνώντας ο γνωστός μαθητής του Φρόϋντ, Έριχ Φρομ στην παραπάνω άποψη, τονίζει ότι η δημιουργία του δόγματος για το Χριστό από τους Χριστιανούς είναι περισσότερο αποτέλεσμα μιας ιστορικής εξέλιξης.

δ) Δε θα έπρεπε να παραλείψουμε και αυτούς που επηρεασμένοι από τις αντιλήψεις του Κ. Μαρξ για τη θρησκεία, μορφοποίησαν ένα δικό τους πορτραίτο για τον Ιησού. Πρόκειται, κατ' αυτούς, για το Μεσσία που απέρριψε ο ισραηλιτικός λαός και πέθανε σαν σκλάβος πάνω στο σταυρό. Δεν έφερε στη γη την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, την ευτυχία και τη δύναμη. Πολλοί προσπάθησαν να τον δουν σαν τον προλετάριο, τον κομμουνιστή της εποχής του, που χτυπάει την καταπίεση των Ρωμαίων κατακτητών και των Εβραίων συνεργατών τους. Ο Χριστός γι' αυτούς απευθύνθηκε στο εξαθλιωμένο προλεταριάτο της εποχής του. Το κήρυγμά του μπορεί να κατανοηθεί μόνο αν γνωρίζει κανείς την οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική καιι ψυχολογική κατάσταση των ανθρώπων που τον πλαισίωναν (Ι. Κάουτσκυ).

ε) Οι τελευταίες γενιές προσπάθησαν να τον δουν ακόμα και ως αναρχικό της εποχής του (η γενιά της pop), ενώ οι φοιτητές του Μάη του '68 στο Παρίσι ονόμαζαν το Χριστό (στα συνθήματα που έγραφαν «τσαρλατάνο της Ναζαρέτ» ή «μάγο της Ναζαρέτ κ.ά. 

Η ΑΠΟΨΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ: Όταν οι μαθητές του Χριστού έδωσαν σ' Αυτόν την εικόνα που είχαν αποκομίσει από τις γνώμες του κόσμου για τον Ίδιο, τότε Εκείνος τους ρώτησε «σεις ποιος λέτε ότι είμαι;». και ο Πέτρος του αποκρίθηκε «σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16,15-16).

Ας δούμε λοιπόν την άποψη της Εκκλησίας για το πρόσωπο του Χριστού, όπως διατυπώνεται στο σχετικό όρο της Δ' Οικουμενικής Συνόδου:  Εἷς καί ὁ αὐτός Χριστός ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως, καί εἰς ἕν πρόσωπον καί μίαν ὑπόστασιν, ἕνα καί τόν αὐτὀν υἱόν καί μονογενῆ, τόν Θεόν Λόγον».

Σχολιάζοντας το παραπάνω κείμενο θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Δ' Οικουμενική Σύνοδος (Χαλκηδόνα, 451 μ.Χ.) διακήρυξε ότι συνυπάρχουν στον Ιησού Χριστό δύο φύσεις, η μία θεία και η άλλη ανθρώπινη. Σύμφωνα με τη θεϊκή Του φύση ο Χριστός είναι ομοούσιος με το Θεό Πατέρα και σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση Του είναι ομοούσιος με μας τους ανθρώπους. Δηλαδή σύμφωνα με τη θεϊκή Του φύση είναι πλήρης και τέλειος Θεός, είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο μοναδικός «μονογενής» και αιώνιος Υϊός του αιώνιου Πατέρα, που γεννήθηκε από τον Πατέρα «προ πάντων των αιώνων». Σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση Του είναι πλήρης και τέλειος άνθρωπος. Αφού γεννήθηκε στη Βηθλεέμ από την Θεοτόκο Μαρία, δεν έχει μόνο ένα ανθρώπινο σώμα σαν το δικό μας, αλλά και μια ψυχή ανθρώπινη και νου. Όμως αν και ο σαρκωμένος Χριστός υφίσταται «με δύο φύσεις», είναι ένα πρόσωπο, μόνο και αχώριστο, και όχι δύο πρόσωπα που συνυπάρχουν στο ίδιο σώμα.

Είναι πρόσωπο ιστορικό και η γέννησή Του έχει υπερφυσικό χαρακτήρα σύμφωνα και με το άρθρο 3 του Συμβόλου της Πίστεως «Τόν δι' ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ  τῶν οὐρανῶν καί σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου  καί Μαρίας  τῆς  Παρθένου  καί ἐνανθρωπήσαντα». Οι Πατέρες και η ορθόδοξη υμνογραφία με πλούσιο λεξιλόγιο υμνούν και εγκωμιάζουν το μέγα και ανεπανάληπτο αυτό γεγονός της υποστατικής ένωσης των δύο φύσεων, γιατί έχει κοσμολογικές και ανθρωπολογικές συνέπειες. Εξαγιάζει τη δημιουργία και την ύλη, ενώ παράλληλα ανυψώνει την ανθρώπινη φύση και της δίνει τη δυνατότητα να φθάσει μέχρι τη θέωση. Όπως αναφέρεται στο ίδιο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, σκοπός της ενανθρώπησης του Λόγου του Θεού είναι η σωτηρία του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός ως Θεάνθρωπος λυτρωτής προσφέρει στον άνθρωπο τα μέσα της απαλλαγής του από τις συνέπειες του προπατορικού αμαρτήματος. Μ' αυτόν τον τρόπο αποκαθίστανται οι αρμονικές σχέσεις με το Θεό, τη φύση, το συνάνθρωπο και τον εαυτό του. Η θεανθρώπινη φύση του Χριστού προβάλλει ως μια πρόσκληση και πρόκληση για το σύγχρονο άνθρωπο να συμμετάσχει ενεργά στον αγώνα για την πραγματοποίηση της θέωσης.


Πηγή: "Ορθόδοξοι Ορίζοντες: Χριστιανισμός και Θρησκεύματα"

2022/07/05

ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΟΝΟΥ


Συμπληρώθηκαν 50 χρόνια (1972) από την "Δευτέρα Επιστολή Πόνου" που εξέδωσε ο τότε Πρωθιεράρχης της Υπερορίου Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, Μητροπολίτης Νέας Υόρκης Φιλάρετος Βοζνεσένκι (+1985). Η "Δευτέρα Επιστολή Πόνου" συντάχτηκε λίγους μήνες μετά την ένωση της Ρωσικής Υπερορίου Ιεράρχίας με την Εκκλησία των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος και την Ιερά Σύνοδο υπό τον (από Πατρών) Αρχιεπίσκοπο Ανδρέα. Η δεύτερη επιστολή διακρίνεται (από την πρώτη του 1970) για την μεγαλύτερη ελεγκτικότητά της στους Οικουμενιστές αλλά και την σαφή καταδίκη του Μοντερνισμού του Νέου Παπικού Ημερολογίου. Οι σημερινοί διάδοχοι της Ρ.Ο.Ε.Δ., του υγιούς (ορθοδόξου) εκκλησιολογικού φρονήματος υπό τον Μητροπολίτη Κισινάου κ. Αδριανού βρίσκονται σε πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία με την Ιερά Σύνοδο της Γνησίας Ορθοδόξου Εκκλησίας υπό τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας κ. Χρυσόστομο.


ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΟΝΟΥ by ΕΚΚΛΗΣΙΑ Γ.Ο.Χ. ΕΛΛΑΔΟΣ on Scribd

2022/07/01

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ


Ο Άγιος Αυγουστίνος, Επίσκοπος Ιππώνος Αφρικής, μια μέρα περπατούσε βυθισμένος στις σκέψεις του περί της Τριαδικότητας του Θεού, όταν είδε ένα μικρό παιδάκι να παίζει στην ακροθαλασσιά. Το παιχνίδι του παιδιού τράβηξε την προσοχή του Ιερού Αυγουστίνου, καθώς ο μικρός είχε ανοίξει μια έναν μικρό λάκκο στην αμμουδιά και με ένα κουτάλι προσπαθούσε να την γεμίσει με θαλασσινό νερό, πηγαινοερχόμενος στο νερό. Ο Άγιος το πλησίασε και το ρώτησε χαμογελώντας: 

- Τι κάνεις εκεί; 

Ο μικρός που δεν ήταν παρά ένας άγγελος, απήντησε: 

- Μα, δεν βλέπεις; Θα αδειάσω όλη τη θάλασσα στον λάκκο που άνοιξα! 

Ο Αυγουστίνος είπε: 

- Αυτό είναι αδύνατον! Η θάλασσα είναι ανεξάντλητη! 

Κι ο μικρός άγγελος του απάντησε: 

- Αν αυτό είναι αδύνατον, τότε πως εσύ ζητάς να χωρέσεις στο μικρό σου μυαλό το άπειρον της Θεότητας; 

2022/06/30

ΕΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΕΙΣ

Την Κυριακή των Αγίων Πάντων πανηγύρισε ο φερώνυμος Ιερός Ναός στο Αρματωλικό Τρικάλων. Ιερούργησε ο Παν/τος Ιερομόναχος π. Χρυσόστομος Βαλτάς και παρέστησαν πολλοί ευλαβείς πιστοί από τα Τρίκαλα και την Καρδίτσα.



Την 11η Ιουνίου εόρτασε το Ιερό Ησυχαστήριον της Παναγίας "Άξιον Εστίν" στην ορεινή Βερδικούσια Ελασσόνας. Ιερούργησε ο Κτίτωρ του Ναού Παν/τος Ιερομόναχος π. Αυγουστίνος και παρέστησαν αρκετοί φιλέορτοι πιστοί, παρά το δύσβατο της περιοχής.




Την ίδια ημέρα πανηγύρισε το ιερόν Ησυχαστήριον της Παναγίας "εν τωι Άδειν" (του μακαριστού Ιερέως Ευσταθίου Μάραντου +1982) στην Κορώνη Μεσσηνίας. Ιερούργησε ο Παν/τος π. Αθανάσιος Κιτσαντάς  βοηθούμενος υπό του Ιεροδιακόνου π. Χριστοφόρου.



Με αγιορείτικη κατάνυξη και ευλάβεια τιμήθηκε η μνήμη των εν Άθω Οσίων Πατέρων στην φερώνυμη ανδρώα Ιερά Μονή στο Πάνακτο Βοιωτίας (στα όρια της Οινόης του νομού Αττικής). Το Σάββατο τελέστηκε ο μικρός εσπερινός και μετά την τράπεζα, περί την 10 μ.μ., ξεκίνησε η ιερά αγρυπνία η οποία περατώθηκε το μεσημέρι της επόμενης. Παρέστη ο Πανιερώτατος Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας και Γέρων της Μονής κ.κ. Χρυσόστομος μετά των Σεβασμιωτάτων Μητροπολίτων Φθιώτιδος κ.κ. Ιγνατίου και Μητροπολίτου Αττικής και Μεγαρίδος κ.κ. Κοσμά βοηθούμενοι υπό των Ιερομονάχων της Μονής Παν/των π. Ευθυμίου, Βησσαρίωνος, και του Ιεροδιακόνου π. Αθανασίου και των Παν/των Ιερομονάχων π. Θεοδοσίου και π. Δαμασκηνού της Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. Κύπρου. Τα αναλόγια πλαισίωναν χοροί Πατέρων της Μονής βοηθούμενοι από καλλίφωνους ιεροψάλτες. Ακολούθησε τράπεζα επίγειων αγαθών τα οποία με αγάπη και φροντίδα παράθεσε η Αδελφότητα των Μοναχών. Οι πιστοί, προερχόμενοι από διάφορες περιοχές επέστρεψαν στα ίδια πνευματικά ενισχυμένοι και δοξάζοντες τον Τριαδικό Θεό και τους Οσίους Του, Ασκητές και Πατέρες, εν τω Αγιωνύμω όρει του Άθω.





Από την λαμπρά πανήγυρη του ενοριακού Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου στην Αγκαθιά Ημαθίας. Χοροστάτησε ο Τοποτηρητής Βερροίας, Μητροπολίτης Φθιώτιδος κ. Ιγνάτιος, συμπαραστούμενος υπό του Σεβ/του Μητροπολίτου Αττικής κ. Κοσμά και του πολιού Εφημερίου, Αιδεσιμωτάτου Ιερέως π. Νικολάου Γουσιόπουλου.



2022/06/16

DIE CONFESSIO DOSITHEI ZU UNSERER ZEIT

 DIE CONFESSIO DOSITHEI - EINE SYNODALE BEKENNTIS- UND KAMPFSCHRIFT AUS DEM JAHRE 1672

 Vom Mönch Vater Nilos Eisenhut


Patriarcharch Dositheos von Jerusalem, der am 16. März 1672 anlässlich der Weihe der Geburtskirche von Bethlehem einberief und eine Bekenntnisschrift erließ mit dem Ziele, die Orthodoxie gegen den Calvinismus, einer Abart des Protestantismus zu verteidigen, diesen als gefährliche Häresie zu brandmarken und schließlich mit einem dreifachen Anathema zu verurteilen. Diese Synodalentscheidung war unterzeichnet von 58 Bischöfen und Geistlichen, einschließlich einiger aus Russland.

Diese Synode ist der wichtigsten der Ostkirche und kann mit dem römischen Konzil von Trient (1545-1563), das damals noch manche orthodoxe Elemente besaß, verglichen werden. Beide legten den Lehrstatus der Kirchen, die sie vertraten, fest, beide verurteilten den Protestantismus und dessen Lehren als gefährliche Häresien. Die Confessio Dosithei machte jedoch keinerlei Zugeständnisse gegenüber den durchaus falschen Ansprüchen des Papsttums, sondern bekraeftigte klar die orthodoxen Positionen.

Dositheos stand damals mit dem französischen Botschafter Nointel in Korrespondenz zu einer Zeit, als die Romkatholiken und die protestantischen Calvinisten heftig über die Eucharistie stritten und bemüht waren, die Unterstützung der orthodoxen Kirche zu erlangen.

Die Akten der Synode von Jerusalem bestehen aus 8 Kapiteln und 18 Dekrete. Es werden zudem erwähnt und genehmigt die Antworten des Patriarchen Jeremias II. (Tranos), die dem Professor Martin Crusius aus Tübingen und anderen Lutheranern im Jahre 1572 gegeben wurden. Dann wird die lateinisch verfasste Bekenntnisschrift des Metropoliten Petrus Moghilas vom Jahre 1642 gutgeheissen, die vom Protestantismus sehr stark beeinflusste, vom Patriarchen Kyrill  L o u k a r i s  von Konstantinopel verfasste Bekenntnisschrift hingegen?  als haeretisches Machwerk erkannt, zurückgewiesen und verurteilt wurde.

Es wurde zwar der Versuch gemacht, das Bekenntnis des Kyrill Loukaris als Fälschung zu entlarven. Dazu wurden zahlreiche Ausschnitte aus Predigten, die Loukaris vor versammelten Volk von Konstantinopel gehalten hat, die einen rechtgläubigen Standpunkt aufwiesen, beigebracht, als Gegenbeweis aufgeführt.  Allerdings wurde gleichzeitig ins Feld geführt, dass von Loukaris keinerlei schriftliche Stellungnahme vorliege, worin dieser persönlich die gegen ihn gemachten Vorwürfe der Häresie hätte Stellung nehmen und die unter seinem Namen laufende Bekenntnisschrift als nicht von ihm stammend,  hätte erklären müssen.

Schließlich wurden die Akten der Synode im Jahre 1721 an die Russische Kirche und durch sie an bestimmte " Bischöfe" der (protestantischen) Kirche von England, an die sogenannten " Non Jurors" (die nicht geschworen habenden), die sich für die Orthodoxie interessierten, gesandt. Damit wird panorthodoxe Autorität der Synode unterstrichen.

Nun folgt eine kurze Zusammenfassung der einzelnen Dekrete :

Artikel 1: Die Lehre von der Hl. Dreifaltigkeit mit dem Ausgang des Hl. Geistes aus dem Vater (πνεύμα Άγιον εκ του Πατρός εκπορουμενον). 

Artikel 2 : Die Hl. Schrift soll nicht durch privates Urteil, sondern in Übereinstimmung mit der Tradition der katholischen Kirche, die nich irren, täuschen oder getäuscht werden kann und die gleiche Autorität besitzt wie die Hl. Schrift, ausgelegt werden.

Artikel 3 :  Gott hat von Ewigkeit diejenigen zur Herrlichkeit vorherbestimmt, die in seiner Vorsehung ihren freien Willen zur Annahme des Heils richtig gebrauchen würden, und diejenigen, die das Heil verwerfen, hat er verdammt.   Die kalvinistische (protestantische) Lehre von der bedingungslosen Vorherbestimmung aber wird als abscheulich, gottlos und gotteslaesterlich verdammt.

Artikel 4 behandelt die Schöpfungslehre. Der Dreifaltige Gott hat alle sichtbaren und unsichtbaren Dinge geschaffen außer der Sünde, die seinem Willen widerspricht und vom Teufel und von Menschen stammt.

Artikel 5 : Beinhaltet die Lehre von der Vorsehung. Gott sieht das Böse voraus, lässt es zu, nicht jedoch bestimmt er es voraus, vielmehr setzt er es zum Guten außer Krafft.

Artikel 6 : Hier geht es um den Urzustand und dem Sündenfall des Menschen.  Christus und die Gottesmutter Maria sind von der Sünde befreit.

Artikel 7 : Hier wird die Lehre von der Menschwerdung des Gottessounds, seinem Tod, seiner Auferstehung und seiner Wiederkunft zum Gericht dargelegt.

Artikel 8 : behandelt das Wirken Christi und sein Erlösungswerk.  Christus ist der einzige Mittler und Fürsprecher für unsere Sünden. Die Heiligen jedoch, besonders die Unbefleckte Mutter unseres Herrn Maria wie auch die Heiligen Engel bringen unsere Gebete und Bitten vor ihn und verleihen ihnen größere Wirkung.

Artikel 9 : Niemand kann gerettet werden ohne den Glauben, der eine sichere Überzeugung sein muss sowie Werke, die in Liebe getan werden und das Halten der göttlichen Gebote einschliesst.  Ohne sie kann niemand Gott gefallen.

Artikel 10 : Die Heilige Katholische und Apostolische Kirche umfasst alle wahren Christgläubigen. Sie wird durch Christus, dem einzigen Haupt der Kirche sowie durch ordnungsgemäß geweihte Bischöfe, die in ununterbrochener Apostolischer Nachfolge stehen, regiert.  Die Lehre der Calvinisten, daß Bischöfe nicht nötig seien, oder dass Priester von Priestern, nicht nur von Bischöfen geweiht werden können, wird verworfen.

Artikel 11 :  Glieder der katholischen Kirche sind alle Gläubigen, die fest am Glauben Christ festhält, wie er von ihm und den heiligen Synoden überliefert würde, obwohl einige dieser Glieder in verschiedene Sünden fallen können.

Artil 12 : Die katholische Kirche wird durch den Hl. Geist, durch Propheten (im Alten Testament), Apostel, hl. Kirchenväter belehrt, weshalb sie nicht irren oder getäuscht werden oder gar eine Lüge als Wahrheit verkünden kann.

Artikel 13 : Der Mensch wird nicht nur durch den Glauben (allein), sondern auch durch Werke gerechtfertigt.  

Artikel 14 : Der Mensch ist durch den Sündenfall geschwächt und hat dabei die Vollkommenheit und Leidensfreiheit verloren, nicht aber seine intellektuelle und moralische Natur. Er besitzt immer noch den freien Willen (το αυτεξουσιον) und die Wahlfreiheit, Gutes zu tun oder zu meiden, Böses aber zu hassen (Matth. 5,46,47; Roem. 1,19 und 2,14-15).Gute Werke aber, die ohne Glauben getan werden können nicht zu unserer Erlösung beitragen, nur die Werke der Wiedergeborenen, die unter und mit der Gnade getan werden sind vollkommen und machen demjenigen, der sie tut, der Erlösung wert (σωτηρίας άξιον ποιείται τον ενεργουντα).

Artikel 15 lehrt die 7 Mysterien (Sakramente), nämlich die Taufe (το Άγιον Βάπτισμα, Μatth. 18,19), die Myronsalbung (βεβαιώσεις, χρίσμα ( 1 Joh. 2,20; 2 Kor. 1,22, Apg. 8,14, Dionysios Arepagitis de eccl. hierachia 4,22 ff.), das Weihesakrament (ιεροσύνη, Matth.18,18), das unblutige Opfer des Altars  (ανεμαικτος θυσία, Matth. 26,26), die Eheschließung (γάμος, Matth.19,6, Eph. 6,32), Busse und Beichte (εξομολόγησις, Joh. 20,23, Luk. 13,5), die Krankensalbung (ευχελιον, Mark. 6,13,  Jakobus 5,14).

Sakramente sind keine leeren Zeichen göttlicher Verheißung wie etwa die Beschneidung, sondern sie verleihen notwendigerweise (εξ ανάγκης) Gnade, sie sind somit όργανα δραστικά χάριτος.

Artikel 16 lehrt die Heilsnotwendigkeit der Taufe für die Erlösung (Joh. 3,5), die Kindertaufe und die Errettung getaufter Kinder (Matth. 10,12). Die  Wirkung der Taufe ist die Vergebung der Erbschuld, die Tilgung der früher tatsächlich begangenen Sünden sowie die  Verleihung der 7 Gaben des Hl. Geistes. Die Taufe kann nicht wiederholt werden.  Die nach der Taufe begangenen Sünden müssen durch priesterliche Absolution im Bußsakrament gebeichtet und nachgelassen werden.

Artikel 17 : Die Eucharistie ist sowohl Sakrament als auch Opfer, in dem der Leib Christi wahrhaftig (αληθώς και πραγματικως) unter der Gestalt und Art ( εν είδη και τύπω) von Brot und Wein von den Händen des Priesters als wahres, jedoch unblutiges Opfer für alle Gläubigen, seien sie lebend. oder verstorben (υπέρ πάντων των ευσεβών ζώντων και τεθνεοντων) dargebracht wird. Sie wird von der Hand dem Mund auch von Unwürdigen empfangen, dies jedoch mit gegenteilige Wirkung..Die lutherische Impanationslehre, wonach Christus unter und mit dem Brot und Wein empfangen wird, wonach diese Elemente nicht verwandelt werden, sondern ihrem Wesen nach verbleiben, wird abgelehnt und verworfen.  Die Transsubstantiationslehre, wonach Brot und Wein ihrer Substanz nach gänzlich verwandelt werden, wobei die Akzidentien wie Farbe und Aussehen verbleiben, wird hingegen mit aussagestarken Worten ausdrücklich gelehrt. (μετουσιωσις).+ Auf eine Erklärung der Art und Weise, wie das geschieht, wird bewusst  verzichtet.

Artikel 18 : Die Seelen der Verstorbenen befinden sich entweder am Ort der Erquickung oder der Qual, aber ihr Zustand wird bis zum Endgericht und der Auferstehung des Leibes nicht vollkommen sein. Die Seelen derer, die im Zustand der Busse sterben (μετανοησαντες) sterben, ohne Früchte der Buße oder Genugtuung ( ικανοποίηση) hervorgebracht zu haben, können durch die Gebete der Priester und durch die Almosen ihrer Verwandten befreit werden durch das unblutige Opfer der Eucharistie (μεγάλα δυναμενης μάλιστα της αναίμα!κτου θυσιας), die einzelne Gläubige für ihre verstorbenen Angehörigen darbringen lassen, wobei die katholische und Apostolische Kirche täglich für alle gleichermaßen darbringt.  Die Befreiung aus diesem dazwischenliegenden Zustand wird vor der allgemeinen Auferstehung und dem allgemeinen Gericht stattfinden, wobei der Zeitpunkt unbekannt ist.

Zu diesen 18 Dekrete werden 4 Fragen hinzugefügt.

Frage 1 gibt Antwort auf das Lesen der Hl. Schrift und verbietet das wahllose Lesen derselben, insbesondere bestimmte Teile des Alten Testaments.

In Frage 2 wird die unmittelbare Anschaulichkeit der Hl. Schrift verneint.

Frage 3. gibt Auskunft über den Umfang des Kantons der Hl.Schrift. Dazu gehören alle neutestamentlichen Schriften, die Evangelien,  14 Paulusbriefe, die Apostelgeschichte, die?  übrigen Apostelbriefe des Johannes und des Apostels Jakobus, der Judasbrief sowie die Apokalypse des Johannes. Von den alttestamentlichen  sogenannten deuterokanonischen Büchern, das  sind solche, die in griechischer Sprache verfasst sind, werden aufgezählt, nämlich die Weisheit Salomons , Judith, Tobit, die Geschichte mit dem Drachen, die Geschichte Susanna's, 3 Bücher der Makkabäer, der Weisheit Sirach.

Frage 4 lehrt die Verehrung (δουλια) der Heiligen, insbesondere der Gottesmutter (υπερδουλια), die eigentliche Anbetung Gottes (λατρεία), die Verehrung des Hl. Kreuzes, der Heiligen Gefäße, der hl. Stätten   1882), der hl. Ikonen Christi, der Gottesmutter und der Heiligen.

Zusammenfassung und Ausblick; So präsentiert sich die Confessio Dosithei als eindrückliche und ausführliche Bekenntnisschrift gegen die Irrlehren des Protestantismus und der Kyrill Loukaris zugeschriebenen und vom Protestantismus verseuchten ebensolchen Bekenntnisschrift, die verurteilt wurde. Ganz allgemein ist noch beizufügen, dass die früher entstandene Confessio des Petrus Moghila sogar lateinisch abgefasst war, was ihr keineswegs geschadet hat. Diese Schriften wurden  neben anderen, weniger wichtigen von einzelnen griechischen Theologen als Symbolische Bücher (βιβλία συμβολικά) bezeichnet.  Auch russische Theologen wie Erzbischof Makarij Boulgakov (1816-1882) bauten auf beiden Bekenntnisschriften des 17. Jahrhunderts ihre ganze Dogmatik auf.Noch vor wenigen Jahrzehnten vertraten eine Reihe bedeutender orthodoxen  Theologen den normativen Charakter dieser Symbolischen Bücher, darunter auch  der russische Propst Alexios von Maltzew (+ 1915) aus Berlin.  Der griechische Theologe Ioannis Mesoloras (1851-1941) schrieb ihnen sogar Unfehlbarkeit zu.

Aber bereits im 19. Jahrhundert gestanden eine ganze Reihe von griechischen und russischen Theologen nur insofern autoritative Bedeutung zu, als sie mit der Hl. Schrift und den Ökumenischen Konzilien übereinstimmten. Das ist nur ein Feigenblatt dafür, dass ihre normative Bedeutung völlig in Abrede gestellt und fallengelassen wurde.

Die heutige orthodoxe Theologie, die völlig oekumenistisch-protestantisch verseucht ist, lässt keinen Zweifel darüber, dass sie keinen normativen Charakter im Sinne der ökumenischen Konzilien tragen, sondern soweit sie darüber hinausgehen, nur als wandelbare (!) Theologumena, das als bloße Theotische Meinungen (!) zu bewerten sind. Der bulgarische modernistische Theologe Zankow betont, dass durch die einseitige Benutzung dieser Schriften im Abendland ein schiefes (sich !) Bild der orthodoxen Kirche entstanden sei; die sie dürften als nicht als absolut zuverlässige symbolische Bücher gebraucht werden.  Ebenso weißt der Häresiearch Sergius Boulgakov (+1944) vom unter völlig oekumenistischen Einfluss stehenden Theologischen St. Sergius-Institut von Paris, einer Fabrikationswerkstatt neuer Häresien, darauf hin, dass sie schon durch ihren polemischen Charakter und Ursprung nicht so sehr die innere Dialektik widerspiegeln, als vielmehr die Problematik des Reformations- und Gegenreformationsepoche widerspiegeln; sie bedürften aber selbst einer Nachprüfung (sic!) und Interpretation). ( Zitate nach Friedrich Heiler, Urkirche und Ostkirche, München 1937, S. 192 f.). 

Nun werfen wir noch einen Blick auf die Kirche der Wahren Orthodoxen Christen von Griechenland. Sie ist wie oben dargelegt wurde, ebenfalls infolge der beginnenden protestantisch-oekumenistischen Verseuchung der Staatskirche Griechenlands  als Gegenwehr gegen die Unterwanderung durch die Panhaeresie des Oekumenismus entstanden. Und das begann so : Im Jahre 1920 hatte der Patriarchatsverweser des Ökumenischen Patriarchats von Konstantinopel, Dorotheos von Proussa, ein Rundschreiben an "alle Kirchen, wo immer diese auch sind"(sic, man beachte, dass er von Kirchen in der Mehrzahl spricht !"). Diese verräterische Ausdrucksweise weist auf eine Anbiederung an alle möglichen sektiererischen Religionsgebilde, insbesondere an die Anglikanische (protestantische) Pseudokirche, mit der die griechische Staatskirche bereits im 19. Jahrhundert in engeren Kontakt stand.  Im Hintergrund ging jedochg die Wuehlarbeit weiter. Es wurde an der Einführung eines neuen Kalenders gearbeitet, um noch mehr Übereinstimmung mit den genannten haeretischen Kirchengebilde zu erreichen. Inzwischen hatte in Konstantinopel Meletios Metaxakis den Patriarchenthron bestiegen. 1924 war es dann soweit, dass auf seine Weisung hin der Erzbischof von Athen  Chrysostomos Papadopoulos und seine Synode den neuen Kalender einführen konnte. Dies rief jedoch unter der gläubigen Bevölkerung und den Mönchen vom Berg Athos eine große Opposition hervor. 

Unter ihnen ragte besonders ein Priestermönch namens Matthäus Karpathakis (1861-1950) hervor. Er war emsig in Athen und seiner Umgebung unterwegs, zelebrierte nach dem alten kirchlichen Kalender und gründete mit großem Erfolg Klöster, so 1927 das Frauenkloster " Einführung der Gottesmutter in den Tempel" mit etewa 300 Schwestern und 1934 das Männerkloster "Verklärung Christi" mit 170 Mönchen.

Das Jahr 1935 brachte eine Wendung in dem Sinne, dass 3 Hierarchen der Staatskirche Griechenlands nach abgelegten Bekenntnis zur wahren Orthodoxie und zum alten kirchlichen Kalender zurückkehrten. Es waren dies die Metropoliten von Dimitrias Germanos, Chrysostomos (Kavouridis) vormals von Florina und Chrysostomos von Zakynthos. Diese Seiten nach der Wahl durch Klerus und des gläubigen Volkes den Priestermönch Matthäus (Karpathakis) zum Bischof von Vresthene. Die Einigkeit und Geschlossenheit dauerte leider nur bis 1937.

Nachdem  sie aber im Jahre 1937 und danach vom ursprünglich abgelegten Bekenntnis, wonach die Staatskirche Griechenlands schismatisch geworden und der Gnade des Hl. Geistes verlustig gegangen ist, und zum Teil zur Staatskirche zurückgegangen sind, blieb Bischof Matthäus als einziger in den Grenzen von Griechenland lebender rechtgläubiger Bischof zurück. Dies führte schließlich dazu, dass er sich wegen seines hohen Alters  im Jahre 1948 genötigt sah, mit Zustimmung von Klerus und Volk allein in Monochirotonie unter Anwendung des im kanonischen Recht vorgesehenen Prinzip der Oikonomia ( von einer im Einzelfall vorgesehenen Strenge des angewendeten Rechtssatzes  abzuweichen) den Bischofskandidaten Spyridon von Trimithus als Bischof der Wahren Orthodoxen Kirche von Zypern zu weihen, um so die apostolische Sukzession (Nachfolge) zu sichern und weiterzugeben. Mit ihm zusammen weihte er in der Folge zu Bischöfen Andreas (Patras), Dimitrios ( Thessaloniki) und Kallistos (Korinth). Es sei hier noch angemerkt, daß das eigentliche Weihegebet nur von einem einzigen Bischof, dem Hauptkonsekrator, gesprochen wird, während die anderen assististierenden Bischöfe als Zeugen fungieren.  1949 bildete Matthäus eine Synode, die ihn zum Erzbischof von Athen und ganz Griechenland wählte.  Er entschlief friedlich am 14. Mai 1950 im Kloster der "Einführung der Gottesmutter in den Tempel". Mit den Charismen der Vorausschau und der Herzenskenntnis ausgestattet, wirkt er noch heute als Wundertäter und wird von Klerus und Volk als Bekenner des wahren orthodoxen Glaubens verehrt.

Nun befassen wir uns mit der äußerst perfiden Rolle von Chrysostomos (vormals von Florina). Er kehrte zwar nicht zur schismatischen Staatskirche Griechenlands zurück, sondern trieb sein in jeder Hinsicht trübes Spiel unter den orthodox gebliebenen Gläubigen ganz im Sinne der abgefallenen Staatskirche weiter und hatte zudem noch geheime Kontakte zu ihr. So berief er sich nunmehr auf eine, angeblich von einem Athosmoench in Umlauf gebrachte Theorie, wonach die Mysterien der Staatskirche nur εν δυνάμει, das heißt nur in Potenz, und nicht εν ενέργεια, das heißt in Wirklichkeit ungültig seien, im jetzigen Zustand müsse man sie  daher als wirksam betrachten. Erst ein Panorthodoxes Konzil müsste den neuen Kalender als haeretisch erklären, erst dann wären sie εν ενεργια ungültig und unwirksam. Dabei wusste Chrysostomos genau, daß ein solches "Konzil", das selber nur aus Abgefallenen bestand, niemals zusammentreten würde. Was darnach geschah, war wirklich teuflisch.  14 Tage später, als Erzbischof Matthäus  am 14. Mai 1950 im Herrn entschlief, erklärte Chrysostomos in ein einem Rundschreiben, dass er zu dem im Jahre 1935 abgelegten Bekenntnis, nachdem die Staatskirche Griechenlands schismatisch und deren Mysterien des Hl. Geistes entbehrt en, zurückkehre. Er hegte nämlich die geheime Hoffnung, dass nun die Anhänger von Erzbischof Matthäus zu ihm, dem vorherigen Bekenntnis Abgefallenen, zurückkommen würden. Dies war jedoch nicht der Fall, vielmehr wurden die Anhänger von Matthäus einfach als Finsterlinge abqualifiziert und die beiden von Matthäus gegründeten Klöster als Pflanzstaetten des Fanatismus ausgemacht. Die Neukalendarier wurden weiterhin zur "Kommunion" zugelassen und auch sonst ging die Wuehlarbeit hinter den Kulissen weiter. Letztlich war ja seine Parasynagoge, wie er sie sah, nur eine φρουρά, eine Sache und eine κινήσεις ευσεβείας, eine Froemmigekeitbsbewegung. Das alles klingt sehr unverbindlich. Im Jahre 1955 verstarb Chrysostomos. Sein Tod muss schrecklich gewesen sein und zudem ließ er seine Parasynagoge bewusst und vorsätzlich ohne Bischof zurück. Diese Zurückgelassenen wurden sodann in ganz und gar gar in protestantisch-calvinisterischer Weise von einem Gremium einiger Archimandriten bis zum Jahre 1960 geleitet, wobei sich darunter einige befanden, die von Erzbischof Matthäus abgefallen und gebannt wurden. Dann kamen sie überein, den abgefallenen Archimandriten Akakios mit einer selbstverständlich ungültigen die Bischofsweihe, die dieser von der in Amerika angesiedelten Russisch-Orthodoxen Auslandskirche unter dubiosen Umständen empfangen sollte. Diese stand jedoch selber mit zahlreichen Kirchengebilden der abgefallenen Weltorthodoxie in gottesdienstlicher Gemeinschaft. Das ficht jedoch den 1945 abgesetzten Akakios nicht weiter an, müsste er doch in jedem Fall und um jeden Preis, vielleicht sogar mit Simone mit einer an ihm vollzogenen Bischofsweihe nach Griechenland zurückkommen. Schließlich wurde er dann im Geheimen, weil Metropolit Anastasios und seine Synode der Auslandskirche diese Weihe nicht billigen, von Erzbischof Seraphim Ivanof und dem neukalendarischen (!) rumänischen Exilbischof Theophil Ionescu zum "Bischof von Talantion" geweiht. Eine Weiheurkunde wurde bewusst nicht ausgestellt, zudem stritt Theophil Ionescu seine Beteiligung daran kategorisch ab. Erst 1969 bestätigte Metropolit Philareth von der ROCOR in einem privatgehaltenen Schreiben ohne Protokollnummer und Stempel der Synode diese Pseudoweihe. Eine solche Weihe muss unter den geschilderten Umständen als ungültig betrachtet werden.

In der Zwischenzeit müssen hier die Nachfolger der Parasynagoge des Chrysostomos beziehungsweise des Akakios, insbesondere die Pseudosynode des ehemaligen, ebenfalls von der Matthäus-Synode 1977 abgesetzten sogenannten "Erzbischofs von Athen" Konstantinos/Kallinikos Sarantopoulos, der sein Kirchengebildes als eingetragenen (e.V.) Verein vom griechischen Staat anerkennen und registrieren ließ, ein ungeheuerlicher, ja ganz und gar unchristlicher Vorgang, namhaft gemacht werden. Dann kommt hier auch ins Spiel die Pseudosynode eines zweiten sogenannten Erzbischofs von Athen namens Konstantinos/Makarios Kavakidis ,ebenfalls eines früheren Gefolgsmann von Erzbischof Matthäus und seines Mentors Chrestos/Euthymios Orphanos.  Beide Pseudosynoden haben in ihrer Verblendung  und Uneinsichtigkeit Chrysostomos von Florina als Heiligen hochstilisiert. Bei diesem handelt es sich jedoch aber um einen falschen Heiligen, einen Wolf im Schafspelz, einen Verräter des wahren Orthodoxen Glaubens.

Rückblickend auf diese tragische Entwicklung und die damit zusammenhängenden Vorgänge und einer möglichen Erklärung möchten wir auf die schwerwiegenden Worte des hl. Paulus in seinem Hebräerbrief Kapitel 6, Verse 4 bis 6 hinweisen, wo es heißt : "Denn es ist unmöglich, daß Menschen, die einmal erleuchtet worden sind, die himmlische Gabe gekostet, die Mitteilung des Heiligen Geistes empfangen, das herrliche Gotteswort und die Kräfte der kommenden Welt verspürt haben und dennoch  a b f I e l e n, nochmals zu einer neuen   U m k e h r  gebracht werden". AMEN.

2022/06/14

ΕΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΗΓΥΡΕΙΣ

Κατά τον παρελθόντα μήνα εόρτασαν πολλοί Ναοί της Εκκλησίας μας. Μεταξύ αυτών: Ο Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου στο Βρυσί της Τήνου. Ιερούργησε ο Παν/τος Ιερομόναχος π. Βησσαρίων Βάλλιος.



Την 3η του Μαίου εόρτασε ο Ιερός Ναός της Αγίας Ξένης Καλαμών στην Μεσσηνιακή πρωτεύουσα.



Την 5η του μηνός Μαΐου, που η Εκκλησία μας τιμά την Αγία Μεγαλομάρτυρα Ειρήνη και εφέτος συνέπεσε η Μεσοπεντηκοστή, εόρτασε η αιωνόβια Καθηγουμένη Ειρήνη της Ιεράς Μονής Τιμίου Σταυρού Καλαμάτας. Τελέστηκε Θεία Λειτουργία υπό του οικείου Επισκόπου κ. Ιακώβου και του τοπικού Ιερού Κλήρου.



Την 9η Μαΐου πανηγύρισε το Ιερό Προσκύνημα του Οσίου Νικολάου του Νέου στα Βούναινα Θεσσαλίας. Παρέστη ο Σεβ/τος Μητροπολίτης Φθιώτιδος και Έξαρχος Θεσσαλίας κ. Ιγνάτιος μετά των Παν/των Ιερομονάχων π. Αυγουστίνου και π. Ευθυμίου. Παρέστη συμπροσευχητικώς πλήθος πιστών από διάφορα σημεία της Ελλάδας. Το πρωί τελέστηκε η ιερά Παράκληση του Αγίου στον τόπο του μαρυρίου όπου και κατά έτος τα δένδρα αναβλύζουν "αίμα" ανήμερα της εορτής του με το ορθόδοξο εορτολόγιο.



Κατά την Δεσποτική εορτή της Αναλήψεως πανηγύρισε ο ιστορικός Ιερός Ναός της Αναλήψεως του Κυρίου στον Τύρναβο Λάρισας. Τέθηκε προς προσκύνηση μυροβλύζουσα εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους, όπως έγινε γνωστό σχετικά πρόσφατα στο λαό της Θεσσαλία. Η ιερά εικόνα βρίσκεται στον ενοριακό Ναό του Τυρνάβου, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.







Των Αγίων Βασιλέων Κωνσταντίνου και Ελένης εόρτασε ο φερώνυμος παλαιός Ναός της Καλαμάτας. Ιερούργησε ο Παν/τος π. Αθανάσιος, βοηθούμενος υπό του Ιεροδιακόνου π. Χριστοφόρου.


Την ίδια μέρα πανηγύρισε με λαμπρότητα ο ιστορικός Ενοριακός Ιερός Ναός των Αγίων Ισαποστόλων στο Καπαρέλλι Θήβας. Συνιερούργησαν οι Παν/τοι Ιερομόναχοι π. Αυγουστίνος και π. Βησσαρίων. 


Κατά την εορτή του Αγίου Πνεύματος, που επικράτησε να εορτάζουν οι Ιεροί Ναοί προς τιμήν της Αγίας Τριάδος, πανηγύρισε ο ιστορικός Ναός στην Μαγούλα Αττικής. Ιερούργησε ο Παν/τος Ιερομόναχος π. Δαμασκηνός με την παρουσία του οικείου Επισκόπου κ. Κοσμά.



Την ίδια ημέρα εόρτασε ο Ενοριακός Ιερός Ναός της Αγίας Τριάδος στην Άνω Κώμη Κοζάνης. Χοροστάτησε ο Τοποτηρητής της Κοζάνης κ. Ιγνάτιος, βοηθούμενος υπό του Παν/του Ιερομονάχου π. Ευθυμίου Κωτούλα.



2022/06/12

HOMILY ON THE HOLY PENTECOST

Homily on Pentecost of St. John Chrysostom 

Let us extol the grace of the Holy Spirit in spiritual hymns, since grace has, on this day, manifested itself to us from heaven. Even though our words are inadequate to express the magnitude of this grace, we shall praise its power and activity insofar as we’re able. For the Holy Spirit delves into all things, even the profundities of divinity.

We’ re celebrating the day of Pentecost, the day of the Descent of the Holy Spirit onto the Apostles, the day of the hope of perfection, the end of expectation, the longing for salvation, the fulfilment of prayer and the image of patience. Today the Spirit Who acted to scatter the nations in the time of Heber has formed tongues of fire among the Apostles. His action of old led to the confusion of the nations, in order to rein in the brazenness of our will, and forestall the concomitant chastisement. On this occasion, however, amid tongues of fire, the deeds performed by the activity of the Holy Spirit were aimed at enabling us to receive teaching, in fulfilment of the will of God.

In the beginning, the Spirit of God moved over the water, and later, in the time of Christ, the same Holy Spirit of God rested upon Him. First He moved, and now He rested, as being one in essence, equal in honour, co-eternal with the Father and the Son.

The Holy Spirit heralded fair weather to Noah over the waters of the flood. At the waters of the Jordan, the same Holy Spirit revealed to the world the Sonship of Him Who was being baptized. Besides, the Lord had a terrifying answer for those who dared to utter blasphemy against the Holy Spirit: ‘Those who speak blasphemy against the Holy Spirit, shall not be forgiven, either in this world or in the world to come’.

Declaring his desire for this Holy Spirit, David prayed to God: ‘Do not turn your countenance away from me, Lord and do not take your Holy Spirit from me’. It’s common knowledge that, where He is absent, every sort of corruption sets in. Now the Spirit of the Lord had departed from Saul, an evil spirit had entered into him, and this is why David said: ‘Do not take your Holy Spirit from me’.

This same Holy Spirit sanctified the prophets, instructed the apostles and empowered the martyrs. This same Holy Spirit consecrated Isaiah, taught Ezekiel and revealed to him the resurrection of the dead. As he says: ‘The hand of the Lord was upon me, and carried me out in the spirit of the Lord’ [Ezek. 37, 1]. This same Holy Spirit chose Jeremiah from his mother’s womb, and raised up Daniel to deliver Susanna: ‘God raised up by the Holy Spirit a young man whose name was Daniel’ [Sus. 1/ Dan. 13]

David loved the presence of this same Holy Spirit so much that he prayed to God, saving, ‘Your Holy Spirit shall lead me in the land of uprightness’. This same Holy Spirit of God came to dwell in Our Most Holy Lady, embracing her with the communion of the Divine Word as the Father wished, and making her the Mother of God. Filled with this same Holy Spirit, Elizabeth realized that the Lord had come to her through Our Lady and said: ‘How is it that the Mother of my Lord should come to me?’

Zachariah, the father of John, was filled with the same Holy Spirit and he declared that the son born to him would be the prophet and forerunner of the King Who was to come. John himself was also filled with the same Holy Spirit. The eyes of his mind were illumined, and he beheld the heavens opened, and the Holy Spirit hovering over Him Who was being baptized, over Him Who baptized with the Spirit and fire.

When He was giving His Apostles His teaching in detail and strengthening their minds for the time of His Passion, the Lord Himself, by the action of the same Holy Spirit, said to them: ‘Unless I depart, the Comforter will not come unto you’. Moreover, revealing to them the Spirit’s consubstantial nature, He said: ‘The Holy Spirit proceeds from the Father and when He comes, He will guide you into all truth’.

The holy Apostles waited expectantly for the coming of the power of this same Holy Spirit; they waited together to be clothed with power from on high, in accordance with the commandment of the Lord, Who had said: ‘Wait in the city of Jerusalem, until you are imbued with power from on high. For, behold, I shall send the promise of My Father upon you’. So it’s written that when the day of Pentecost was fully come, all the holy Apostles were assembled of one accord in one place, and the Comforter was sent to them under the appearance of tongues of fire.

They received the abundant promise of the Father and the Holy Spirit, were strengthened, and revealed Him Who was sent to them, His grace and His power. Stephen, the martyr and first deacon, was filled with the same Holy Spirit, Whom he received by the laying-on of hands of the Apostles, and performed great wonders and miracles among the people. Filled with the Holy Spirit, he saw the doors of heaven opened and the Only-begotten Son and Word of God standing in the flesh at the right hand of the power of God.

Filled with this same Holy Spirit, Paul became the preacher of divine mysteries. As Ananias said to him: ‘The Lord Saviour Himself has sent me to you, so that thou might receive your sight, and be filled with the Holy Spirit’. And Paul afterwards said with assurance: ‘And I think also that I have the Spirit of God’.

The same Holy Spirit came to Cornelius and those that were to be baptized with him, and each of them spoke in his own language and magnified God. This same Holy Spirit came upon the Ethiopian eunuch after he went down into the water. He was filled with elation, and went on his way rejoicing.