2018/11/25

ΣΤΥΛΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ


300 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΑ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ
ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΠΙΣΤΩΝ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ (11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1718)



ΑΠΟ ΕΠΙΣΤΟΛΗ (ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ) ΤΟΥ ΑΟΙΔΙΜΟΥ ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΗ (10/2/1760)

Ο Ἀνδρέας, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν οἰκογένεια τῶν Ἑνετῶν Πιζάνη, ἦταν Ἔπαρχος (Ἁρμοστὴς) τῆς Κερκύρας μετὰ ἀπὸ τὴν τελευταίως γενομένη πολιορκία τῆς Νήσου ἀπὸ τὶς δυνάμεις τῶν Ἀγαρηνῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν. Αὐτὸς σχεδίασε κατὰ νοῦν νὰ χτίσῃ μέσα στὸν περιώνυμο Ναὸ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος τοῦ θαυματουργοῦ ἀλτάρι* Λατινικὸ (altare - altarium = βωμός, ἁγία τράπεζα) καὶ ἐπάνω σ᾿ αὐτὸ νὰ τοποθετήσῃ ὁριστικὰ τὸ θαυματουργὸ Λείψανο, ἐπειδὴ πίστευε πὼς μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ οἱ Λατῖνοι θὰ ἀποκτοῦσαν μὲν δικαίωμα, ὥστε ἐξουσιαστικῶς νὰ τιμοῦν καὶ νὰ δοξάζουν τὸν Ἅγιο, στὴν πραγματικότητα ὅμως ἐπειδὴ ἐπιθυμοῦσαν νὰ τὸ κατάσχουν καὶ νὰ τὸ κάνουν δικό τους, ὅπως ἔκαναν καὶ γιὰ τὰ περισσότερα τῶν ἱερῶν Κειμηλίων, γιὰ τὰ ὁποῖα ἡ ᾿δική μας Ἐκκλησία ἐξόχως κἄποτε σκιρτοῦσε ἀπὸ χαρὰ καὶ μ᾿ αὐτὰ ἐκοσμεῖτο. Ὅπως ὅμως ἐγὼ ἄκουσα ἀπὸ κἄποιον ἄνδρα, ποὺ ἦταν σὲ θέσι νὰ τεκμηριώσῃ ἐμφανέστατα μιὰ ὑποψία ποὺ ὑπῆρχε στὰ ἐνδόμυχα τῆς ψυχῆς τῶν πιστῶν, ἀλλὰ δὲν ἔφθανε στὰ χείλη των, ἦταν νὰ κλέψουν αὐτὸ ποὺ γιὰ ᾿μᾶς ἀποτελοῦσε πολύτιμο θησαυρὸ καὶ νὰ τὸ μετακομίσουν στὴν Βενετία, γιὰ νὰ ἀποβῇ προστασία καὶ σέμνωμα ὄχι τυχαῖο καὶ σύνηθες καὶ στολίδι ἀπαράμιλλο τῆς ἀριστοκράτισσας ἐκείνης πόλεως.

Ἔφθασε λοιπὸν ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ σχέδιό του ὁ Κυβερνήτης, καὶ ᾿πήγαινε λοιπὸν πρὸς τὸν Ναό, ὅταν ὁ ἥλιος ἔκλινε πρὸς τὴν δύσι του, περιστοιχούμενος ἀπὸ τὴν συνηθισμένη φρουρά του, καὶ ἔθεσε σὲ ἐνέργεια αὐτὰ ποὺ εἶχε στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδιά του, τὰ ὁποῖα ὅμως ποτὲ δὲν θὰ ἐπραγματοποιοῦντο. ᾿Πήγαινε δὲ γιὰ νὰ προσκυνήσῃ δῆθεν τὴν χαριτόβρυτο Λάρνακα, καὶ τάχα γιὰ νὰ σχεδιάσῃ τὰ τῆς οἰκοδομῆς τοῦ ἀλταρίου* μέσα στὸν Ναό· ἦταν δὲ κοντά του καὶ ὁ ἀρχιτέκτων, καὶ ἔγιναν πολλὲς προτάσεις καὶ κινήσεις μέσα στὸν Ναὸ ποὺ εἶχαν σχέσι καὶ μὲ τὴν θέσι τῆς Λατινικῆς τραπέζης καὶ γιὰ τὰ μέτρα καὶ γιὰ τὸ σχῆμα καὶ γιὰ τὴν ὁριστικὴ ἐπάνω σ᾿ αὐτὴ τοποθέτησι τοῦ ἱεροῦ Λειψάνου. Οἱ δὲ δικοί μας, τόσο οἱ ἐπίσημοι κληρικοὶ ὅσο καὶ οἱ προὔχοντες λαϊκοί, ἐπειδὴ ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν ἠδικοῦντο, ᾿φώναζαν καὶ παρεπονοῦντο, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ θερμὰ παρακαλοῦσαν νὰ διασωθοῦν τὰ ἀρχαῖα προνόμιά τους καὶ νὰ μὴ δεσμευθῇ κἄτι καὶ μετακινηθῇ ἀπὸ τὰ ἐπικρατοῦντα ἔθιμά τους, καὶ μάλιστα ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν ἐκκλησία. Τίποτα ὅμως δὲν κατώρθωναν, διότι οὔτε ὅλως ἀναλλοίωτα τὰ ἱερά τους προνόμια ᾿νόμιζε πὼς ἔπρεπε νὰ πεισθῇ νὰ ἀφήσῃ ὁ Κυβερνήτης, οὔτε ᾿σκεφτόταν νὰ ὑποχωρήσῃ σὲ κἄτι μικρὸ ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ εἶχε στὴν πρόθεσί του, ὁπότε τράπηκαν πρὸς τὸν Θεὸ « ἐκχύσαντες ἐνώπιόν Του τὴν δέησί τους, ὅπως λέγει ὁ ψαλμικὸς στίχος, καὶ τὴν θλῖψι τους ἐνώπιον Αὐτοῦ ἀπαγγέλλοντες » [« ἐκχεῶ ἐνώπιον Αὐτοῦ τὴν δέησίν μου, τὴν θλῖψιν μου ἐνώπιον Αὐτοῦ ἀπαγγελῶ» (Ψαλμ. ριδ´ 2)], συγχρόνως δὲ καὶ τὸν θαυματουργὸ Ἅγιό τους θερμὰ ᾿ζητοῦσαν νὰ τοὺς βοηθήσῃ καὶ μὲ δάκρυα τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μὴ παρίδῃ τὴν ἐκκλησία του, μέσα στὴν ὁποία τόσο πολὺ τὸ ὄνομά του ἔχει ἐπικληθῇ καὶ ἡ ὁποία μὲ τὸ πρόσχημα τῆς τιμῆς τόσο βάναυσα ὑβρίζεται, οὔτε νὰ ἀνεχθῇ τῆς Λατινικῆς λειτουργίας τὸ καινοτόμημα.

Kαὶ ἐνῷ αὐτὰ συνέβαιναν, ἐπῆλθε νύχτα ἐκείνη, ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε στὴν ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία ἑορτάζεται, ἀπὸ ἐμᾶς μνήμη τῶν τριῶν Ἁγίων Μαρτύρων, Μηνᾶ, Βίκτωρος καὶ Βικεντίου (11 Νοεμβρίου). Καὶ κατὰ τὰ μεσάνυχτα, ἐνῶ πολὺ ᾿λίγο καὶ ἥσυχα ᾿ψιχάλιζε, ἔξαφνα ἀκούσθηκε ἐκκωφαντικὴ βροντὴ καὶ ᾿ξέσπασε ἀνεμοστρόβιλος μὲ ἀστροπελέκια καὶ συγχρόνως ἔγινε σεισμὸς φοβερὸς καὶ τρομερός, ὑπερβολικὰ διαρκὴς καὶ δυνατὸς ποὺ συνετάραξε ὅλη τὴν Νῆσο, ὥστε ἐξ αἰτίας τῆς βιαιότητος τοῦ κραδασμοῦ, οἱ στηρίξεις καὶ οἱ ἀσφάλειες τῶν θυρῶν καὶ τῶν παραθύρων ἄλλες μὲν ἔσπασαν, ἄλλες δὲ πάλι ἐξουδετερώθηκαν καὶ ἔτσι τὰ σπίτια ὁλωσδιόλου ἔμειναν ἀνοιχτὰ καὶ ἀπὸ τὸ φῶς περιλάμφθηκαν, ποὺ σἂν νὰ προερχόταν ἀπὸ κάμινο ὁλοκληρωτικὰ καιομένη, ἦταν μεγάλο σὲ ποσότητα καὶ ἀδιάλειπτο σὲ διάρκεια, σὲ σύγκρισι μὲ τὸ φῶς τῆς ἀστραπῆς, ποὺ εἶναι στιγμιαῖο καὶ ἀμυδρό. Ὅλοι λοιπόν, ἀφοῦ ᾿πετάχθηκαν ἀπ᾿ τὰ κρεββάτια τους, βουβοὶ καὶ μὲ φοβισμένη τὴν ψυχὴ καὶ κατάπληκτοι, αὐτὸ τοῦτο πρῶτο ἐξέλαβαν, ὅτι ἡ γῆ μὲ τὴν φωτιὰ ἀναμείχθηκε καὶ ᾿πίστεψαν ὅτι παρουσιάσθηκε ἡ ὥρα τῆς συντελείας τοῦ κόσμου.

Ὕστερα, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ᾿βρῆκαν τοὺς ἑαυτούς των, μὲ τρεμάμενα πόδια, καὶ μὲ ὅση ᾿μποροῦσαν ταχύτητα οἱ περισσότεροι πρὸς αὐτὸν τὸν θαυματουργὸ Ἅγιο ἔσπευσαν νὰ φθάσουν τρέχοντας. Ἀφοῦ δὲ ᾿μπῆκαν στὸν Ναὸ περισσότερο ἔκθαμβοι ἔγιναν, ἐπειδὴ μὲ τὰ ἴδια τὰ μάτια τους εἶδαν τὴν ἀσημένια κανδήλα, ποὺ ἦταν ἐντυπωσιακὴ γιὰ τὸ μέγεθος καὶ τὴν ὡραιότητά της, ἀφιέρωμα τοῦ Κυβερνήτη, ποὺ μολονότι ᾿κρεμόταν μὲ σιδερένια καὶ παχειὰ ἁλυσίδα, νὰ εἶναι πεσμένη στὸ δάπεδο, καὶ συγχρόνως ἄκουσαν νὰ γίνεται εὐρὺς λόγος γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς ἀκροπόλεώς των. Διότι παραβρέθηκαν αὐτοὶ ποὺ ᾿μποροῦσαν νὰ τοὺς πληροφορήσουν, ὅτι κεραυνὸς ποὺ ρίφθηκε ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ καὶ ἔφθασε μέχρι τὶς ὑπόγειες ἀποθῆκες, στὶς ὁποῖες ἦταν ἀσφαλισμένη ἡ πυρίτιδα καὶ τὰ ἄλλα πολεμοφόδια, καὶ αὐτὰ ἀφοῦ τὰ ἄναψε ἀκαριαίως, ἀμέσως ὁλόκληρος καὶ ἀπὸ τὰ βάθη του ἀνατινάχθηκε ὁ ὑπερκείμενος λόφος, κάθε δὲ σπίτι ποὺ ὑπῆρχε σ᾿ αὐτόν, κατακαλύφθηκε μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς οἰκήτοράς του, πρὸ πάντων δὲ τὸ σπίτι τοῦ Κυβερνήτη καὶ πολλῶν προὐχόντων, οὕτως ὥστε σεισμόταφοι νὰ τοὺς ἀποβοῦν τὰ σπίτια τους καὶ σὲ ἀνάπαυσι Ἅδου νὰ βρεθοῦν αἰφνιδίως κοιμισμένοι, καὶ ᾿πάνω στὰ κρεββάτια τους, ὅπου ᾿κοιμῶνταν τὸν τόσο ἀπαραίτητο γιὰ τὴν ζωή τους ὕπνο, ἢ μᾶλλον ζῶντες ἀκόμα κατέβηκαν στὸν Ἅδη, χωρὶς νὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ ἀνοιχθοῦν ἀπὸ ἀνθρώπους μνήματα γιὰ τὸ θάψιμό τους, ἀφοῦ ἡ γῆ ἀπὸ μόνη της ᾿φρόντισε νὰ ἐπισωρεύσῃ ᾿πάνω τους χώματα καὶ βαθειὰ νὰ τοὺς κατακαλύψῃ.

Καὶ τώρα σώζεται, καὶ ὅλοι μας, τὸ βλέπουμε, ὡς τεράστιο ἐρείπιο· καὶ θρυλλουμένη καὶ ἱστορικὴ πάλαι ποτὲ ἀκροκορυφὴ τῶν Κερκυραίων, ποὺ ἦταν ἀπάτητη καὶ ἀπ᾿ τὰ γίδια ἀκόμη, κορυφὴ ποὺ ἄγγιζε τὰ σύννεφα, βουνοκορφὴ ᾿ψηλότερη κι᾿ ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ᾀδομένη Ἄορνο (βλ. Ἀριανοῦ Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις: ἀπρόσιτη καὶ στὰ ὄρνεα ἀκόμη), τώρα στέκεται ἀκρωτηριασμένη καὶ ἀκέφαλη, μνημόσυνο διαρκές, ποὺ «θὰ συμπαραμένη μαζὶ μὲ τὸν ἥλιο καὶ ἕως ὅτου καταργηθῇ ἡ σελήνη» [«καὶ συμπαραμενεῖ τῷ ἡλίῳ καὶ ... ἕως οὗ ἀνταναιρεθῆ ἡ σελήνη» (Ψαλμ. οα´ 5-8)], καὶ ποὺ ἀπέβη ἀναμφισβήτητος ἀπόδειξις τῆς τότε θαυματουργίας καὶ τῆς ἀδιαλείπτως ἐπισκιαζούσης τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία δυνάμεως καὶ χάριτος.

Πηγή: "Ασματική Ακολουθία Φρικτού Θαύματος". π. Κυπριανού Γιούλη, Αθήνα, 2018.)